Του Αγοριού απέναντι, πείτε του πως θα λείψει…

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Η ψηλόλιγνη φιγούρα του Φαίδωνα Γεωργίτση διατρέχει με ταχύ, στέρεο βήμα έναν στενό δρόμο στη Γλυφάδα. Είναι αρχές Άνοιξης κι αυτά τα πρωινά του Σαββάτου έχουν αρχίσει να γίνονται γλυκά και φιλόξενα για ανάσες, τώρα που ο Χειμώνας φεύγει και μαζί με μιαν εποχή, θα έλεγε κανείς, ανθίζουν κι οι ελπίδες. Ο Φαίδωνας περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο και χαιρετά με θέρμη, έναν παλιό του φίλο, τον Τάσο, φούρναρη, ιδιοκτήτη του φούρνου που φημιζόταν για τις ωραιότερες τυρόπιττες στην ευρύτερη περιοχή… Κάθονται κι οι δυο σε ένα τραπέζι έξω από το μαγαζί. Ο Τάσος, ένας χαμογελαστός, «χορταστικός» ασπρομάλλης τραβά ένα παλιό τάβλι και η… μάχη αρχίζει … Στην ωριμότητα του πια ο αγαπημένος ηθοποιός, τότε με μιαν αμείωτη, ωστόσο, λάμψη στα μάτια και μια γοητεία που δεν νικήθηκε από το χρόνο, χαιρετά με χαμόγελο έναν περαστικό πιτσιρικά – θα ‘ ταν τότε 13 – 14 χρονών ο μικρός – που τον αναγνώρισε.  «Έρχομαι  συχνά και μαθαίνω τάβλι στο φίλο μου… Αλλά τώρα τελευταία σαν να παράμαθε και όλο με κερδίζει» είπε πειραχτικά στον πιτσιρίκο… Γέλασαν. Η παρτίδα συνεχιζόταν ασταμάτητα θαρρείς για χρόνια. Κάποτε, ο Τάσος έφυγε για τον παράδεισο. ‘Ώσπου, πρώτη μέρα της Άνοιξης του 2019, άρχισε το μεγάλο ταξίδι κι ο Φαίδωνας Γεωργίτσης.

Και να… που ο πιτσιρικάς που συζητούσε τότε μαζί του στο τραπεζάκι του φούρνου, κοντά στα 50 πια, γράφει για αυτόν, αποχαιρετώντας τον, όχι με στερεότυπα του τύπου «ο Έλληνας Τζέημς Ντιν», αλλά ως ένα κεφάλαιο του Ελληνικού πολιτισμού. Γιατί; Μα, διότι,  ο Γεωργίτσης παρά το ότι υπήρξε ένας από τους πιο γοητευτικούς ηθοποιούς της «χρυσής γενιάς» του Ελληνικού Κινηματογράφου, δεν «επένδυσε» στο πορτραίτο του σταρ, αλλά υπηρέτησε ένα συνολικό, δικό του πολιτιστικό όραμα. Για αυτό  και, αντιδρώντας, στα σχέδια που είχε για αυτόν ο στρατιωτικός πατέρας του,  έγινε ηθοποιός. Πέρασε εποχές δόξας, πρώτα με το «Ποτέ την Κυριακή» δίπλα στη Μελίνα και υπό το άγρυπνο βλέμμα του Ντασέν κι ύστερα στα Κόκκινα Φανάρια και στο «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» ως επιλογή του Βασίλη Γεωργιάδη κι ύστερα ως πουλέν του Δαλιανίδη, στις μουσικές κωμωδίες που άφησαν εποχή. Αλλά κι εποχές απομόνωσης, ώσπου να τον επαναφέρει ο Νίκος Φώσκολος, στην εποχή πιά της «Λάμψης» και του «Καλημέρα Ζωή»…  Για εκείνον το θέατρο ήταν σημείο αναφοράς.

Τα τελευταία χρόνια, ενώ είχε αποχωρήσει από τα πυκνά φλας της δημοσιότητας,   αυτό το έδειξε πιο έντονα, καθώς  ασχολούνταν, με πάθος,  με το κτήμα του «Κεκρωπία», όπου είχε δημιουργήσει έναν ξεχωριστό θεατρικό χώρο,   και με τον ομώνυμο θεατρικό θίασο που ο ίδιος έχει ιδρύσει.

Πέρασαν από το πλάι του οι ωραιότερες γυναίκες  του Ελληνικού σινεμα, αλλά αυτός παρέμενε σεμνός με μια φυσική συστολή που έβγαινε κι από τον ίδιο τον τόνο της φωνής του. Για αυτό, άλλωστε και – μετά από έναν σύντομο γάμο με την πανέμορφη Μπέττυ Αρβανίτη – παρέμεινε προσηλωμένος, στην οικογένεια του (  εν συνεχεία παντρεύτηκε την Μπέτσυ με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Ραφαέλο και τη Μαρίζα)  και στην τέχνη του .  Η «πιάτσα» δεν του φέρθηκε πάντα καλά . Στη δεκαετία του 1970, συμμετείχε και αυτός όπως και άλλοι Έλληνες ηθοποιοί σε αισθησιακές ταινίες, πράγμα για το οποίο κατακρίθηκε.

Σε συνέντευξη του το 2016, είχε μιλήσει γι’ αυτό: «Εκείνη την εποχή κάναμε όλοι οι πρωταγωνιστές τέτοιες ταινίες. Η Δανδουλάκη, ο Καλλέργης, ο Φυσσούν. Όλοι. Απλώς, δεν ξέρω γιατί όλοι έμειναν στο δικό μου όνομα. Λέω και πάλι όμως, ήταν θέμα επιβίωσης και έπρεπε να δουλέψουμε όπου υπήρχε δουλειά. Ωστόσο, θα σου πω και το άλλο: οι κινηματογραφιστές έβαζαν ως… τσόντα μέσα σκληρές σκηνές πορνό από το εξωτερικό. Και έτσι βγήκε και η λέξη «τσόντα»». Αλλά ούτε κι η ζωή η ίδια τον άφησε αλώβητο…  Ο ταλαντούχος ηθοποιός έλεγε  πως το μόνο που θυμάται από το θάνατο της αδερφής του, όταν εκείνος ήταν 3 ετών ,  ήταν το κλάμα της μητέρας του. Σε όλη του την παιδική ηλικία ωστόσο δεν είχε την ελευθερία που είχαν τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς, ακριβώς για αυτό τον λόγο.

Διαβάστε περισσότερα