Οι συνταγές μείωσης των πλεονασμάτων – Η «ντρίμπλα» Τσίπρα και η «μπάλα» στο 2021 από Μητσοτάκη

  • Ξανά στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων
  • Η «διαδρομή» και η συνταγή για την επίτευξη που επέλεξαν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ
  • Πού βρισκόμαστε σήμερα

Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τέθηκε για ακόμη μια φορά το ζήτημα με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων, στον απόηχο των δηλώσεων της απερχόμενης επικεφαλής του ΔΝΤ και μέλλουσας προέδρου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ότι οι στόχοι στους οποίους έχει δεσμευτεί η Ελλάδα  πρέπει «να επανεξεταστούν με μεγάλη προσοχή».

Η τοποθέτηση της κ. Λαγκάρντ έδωσε λαβή για σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, με το Μαξίμου, διά του Στέλιου Πέτσα, να μεταθέτει τη συζήτηση για επανεξέταση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2021 και να προσδιορίζει τον στόχο στο 2%.

Όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που ανοίγει το θέμα σχετικά με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως, άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που το ΔΝΤ κάνει λόγο για μείωσή τους. Βέβαια, το ΔΝΤ πάντοτε συνδύαζε τις προτάσεις του, όπως αυτή, με νέα μέτρα λιτότητας, όπως για παράδειγμα με περικοπές στις συντάξεις ή με μείωση του αφορολόγητου ορίου.

Πάντως, αποτελεί κοινή παραδοχή τόσο για το Μέγαρο Μαξίμου, όσο και για την αξιωματική αντιπολίτευση, ότι η μείωση στα πρωτογενή πλεονάσματα μπορεί να δημιουργήσει τον κατάλληλο δημοσιονομικό χώρο, ώστε να υπάρξουν ελαφρύνσεις στη φορολογική πολιτική της χώρας, αλλά και να εφαρμοστούν επεκτατικές – δημοσιονομικά – πολιτικές.

Βέβαια, η «διαδρομή» και η συνταγή που επέλεξαν Μαξίμου και ΣΥΡΙΖΑ ώστε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι τελείως διαφορετικές.

Η «ντρίμπλα» του Τσίπρα και η «μπάλα» στο 2021 από τον Μητσοτάκη

Η πορεία που επέλεξε να ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για τη μείωση των πλεονασμάτων είναι καταγεγραμμένη. Περίπου τρεις μήνες πριν από τις εκλογές, ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας μείωσε μονομερώς το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 3,5% στο 2,5%, βάζοντας ταυτόχρονα στο «παιχνίδι» έναν καταπιστευτικό λογαριασμό. Στον κλειστό αυτό λογαριασμό μεταφέρθηκαν 5,55 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα χρήματα από την τριετή μείωση του στόχου κατά 1% ετησίως. Με αυτό το «κόλπο» και η μείωση των πλεονασμάτων επετεύχθη και οι πιστωτές της χώρας είχαν εξασφαλίσει τα χρήματά τους, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί κανένα προαπαιτούμενο.

Ωστόσο, μεσολάβησαν οι εκλογές, οι οποίες ανέδειξαν τη ΝΔ ως πρώτο κόμμα, η οποία έβαλε τέλος στην πρόταση αυτή από τις πρώτες ημέρες και επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο. Συγκεκριμένα, μετέθεσε τη συζήτηση για τη μείωση των πλεονασμάτων για το 2021, όταν και θα ολοκληρωθεί το διετές πακέτο μεταρρυθμίσεων που προτείνει, προκειμένου να δελεάσει τους πιστωτές.

Πού βρισκόμαστε σήμερα

Το Μαξίμου και η Νίκης εκφράζουν μεν την ικανοποίησή τους για τις δηλώσεις Λαγκάρντ, αλλά αναβάλλουν τη συζήτηση για τα πλεονάσματα για το 2021.

Έτσι, χθες, Τετάρτη παρατηρήθηκε αμηχανία στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς, την ώρα που εμφανίζονται «σύμμαχοι», η απόφαση είναι το ζήτημα να μην ανοίξει τώρα.

«Στόχος είναι από το 2021 να έχουμε μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων κοντά στο 2%», τόνισε μεταξύ άλλων σήμερα, Πέμπτη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας.

Ωστόσο, ο πρωθυπουργός δεν θέτει πια το ζήτημα στους θεσμούς, όπως άλλωστε έχει φανεί από τις τελευταίες του επαφές με την καγκελάριο της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ και τον ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε.

Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι οι θέσεις Λαγκάρντ είναι ήδη γνωστές και πρόσθεσε ότι η πάγια θέση του ΔΝΤ δεν ήταν ποτέ επ’ ωφελεία της χώρας, καθώς πάντα συνοδευόταν από σκληρά μέτρα, όπως η μείωση του αφορολόγητου και η μείωση των συντάξεων, μέτρα που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αποτρέψει.

Τέλος, η Κουμουνδούρου έστειλε μήνυμα στο Μαξίμου ότι «η κυβέρνηση αντί να πανηγυρίζει για τις γνωστές θέσεις της κα Λαγκάρντ, να μας απαντήσει στο πώς αντιλαμβάνονται τη συζήτηση περί πλεονασμάτων: τη συνδέουν με μέτρα λιτότητας ή την παραπέμπουν στο μέλλον για μετά το 2021;».

Διαβάστε περισσότερα