«Οι Δύο Πάπες» δίνουν «Ραντεβού στο Belle Époque» – Ποιες ταινίες κάνουν πρεμιέρα (video)

Ακόμη επτά νέες ταινίες μπαίνουν στη μάχη της κινηματογραφικής αίθουσας αυτή την εβδομάδα, 12 μέρες πριν την παραμονή των Χριστουγέννων. Ξεχωρίζει η δραματική κομεντί «Ραντεβού στο Belle Époque», ενώ έχουν το ενδιαφέρον τους και οι ταινίες «Οι Δύο Πάπες», «Marianne & Leonard Λόγια Αγάπης», «Η Ναυμαχία του Μίντγουεϊ», «Ζίζοτεκ» και «Τσάρλι».

Ραντεβού στο Belle Époque

Époque (La Belle Époque) Δραματική κομεντί, γαλλικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Νικολά Μπεντό, με τους Ντανιέλ Οτέιγ, Γκιγιόμ Κανέ, Ντόρια Τιλιέρ, Φανί Αρντάν, Πιερ Αρντιτί, Ντενίς Ποδαλίδης κ.ά.

Ευχάριστη νοσταλγική κομεντί, με έντονα στοιχεία ρομαντισμού, ρεαλισμού και δράματος, που βασίζεται στην ερμηνεία του βετεράνου Ντανιέλ Οτέιγ, είναι αυτή η γοητευτική ταινία του Νικολά Μπεντό (“Κύριος και Κυρία Αντελμάν”), που συμμετείχε εκτός συναγωνισμού στο Φεστιβάλ Κανών.

Το στόρι της ταινίας έχει μια πρωτότυπη ιδέα, καθώς ο 60άρης και βάλε Βικτόρ, του οποίου η συζυγική σχέση δείχνει σε προχωρημένα τελειώματα, γνωρίζει ένα νεαρό σκηνοθέτη, ο οποίος έχει την ιδέα να σκηνοθετεί σε στούντιο και με ηθοποιούς πραγματικά περιστατικά από τη ζωή συνηθισμένων ανθρώπων, δίνοντας την ευκαιρία σε πλούσιους να ζήσουν ξανά στιγμές του παρελθόντος. Έτσι, ο ήρωας θα ζητήσει να γυρίσει καμιά 40χρόνια πίσω, για να ζήσει τη γνωριμία με τη γυναίκα του. Μόνο που η ηθοποιός, η οποία αναλαμβάνει το ρόλο να υποδυθεί τη γυναίκα του Βικτόρ, είναι η κοπέλα του σκηνοθέτη και όλα θα μπερδευτούν όταν αυτή αμφιταλαντεύεται μεταξύ των δυο ανδρών.

Ο Μπεντό δείχνει την ικανότητά του να παίξει με την πραγματικότητα και το φανταστικό, ο Οτέιγ, την άνεσή του να μπαίνει στο κοστούμι των νιάτων του και στο παλτό των γηρατειών και η νεαρά και γεμάτη ζωντάνια Ντόρια Τιλιέρ στο ερωτικό παιχνίδι, ανάμεσα στην ωριμότητα του “πελάτη” και την επιπολαιότητα του σκηνοθέτη.

Έξυπνοι διάλογοι, κοφτερές ατάκες, ωραία αυθεντική αναπαράσταση μίας εποχής, που θα γλυκάνει τους μεγαλύτερους και θα δημιουργήσει μια ευχάριστη διάθεση στους νεότερους, αλλά και σκέψεις για το σημερινή εποχή, ισορροπία μεταξύ κωμωδίας και δράματος και αρκετή νοσταλγία, την οποία τονώνει και η παρουσία της 70χρονης Φανί Αρντάν, πρώην σύντροφος του Φρανσουά Τριφό.

Με λίγα λόγια: Η ήσυχη ζωή του 60άρη Βικτόρ ανατρέπεται τη μέρα που ο νεαρός Αντουάν τού προσφέρει μια μοναδική, πρωτοποριακή μορφή ψυχαγωγίας. Χάρη σε έναν μοναδικό συνδυασμό θεατρικών τεχνασμάτων και ιστορικής αναπαράστασης, η εταιρεία του Αντουάν χαρίζει την ευκαιρία στους πελάτες της να επιστρέψουν σε όποια χρονική περίοδο επιλέξουν. Ο Βίκτορ αποφασίζει να ταξιδέψει στη Λυόν του 1974 και να ξαναζήσει την πιο αξέχαστη εβδομάδα της ζωής του: όταν συνάντησε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του 40 χρόνια πριν… Μπορεί, όμως, να νιώσει όπως τότε;

Οι Δύο Πάπες

(The Two Popes) Δραματική ταινία, βρετανικής, αμερικανικής, ιταλικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Φερνάντο Μεϊρέλες, με τους Τζόναθαν Πράις, Άντονι Χόπκινς, Σίντνεϊ Κόουλ, Χουάν Μινουχίν, Τόμας Γουίλιαμς, Φεντερίκο Τόρε κ.ά.

Καλογυρισμένη ταινία, με ένα ενδιαφέρον θέμα, αυτό της συνάντησης του του Πάπα Βενέδικτου με τον επόμενο Πάπα Φραγκίσκο, αλλά και μια χλιαρή, ακαδημαϊκή αντιμετώπιση από τον Φερνάντο Μεϊρέλες, κάτι που μοιάζει ως απαραίτητη σύμβαση για μια παραγωγή του Netflix, που δεν θέλει να χαλάει τις σχέσεις του με το πελατολόγιο των συνδρομητών του.

Αυτό, όμως, που κάνει ξεχωριστή την ταινία, είναι η συνάντηση κορυφής δυο σπουδαίων ηθοποιών, του Τζόναθαν Πράις και του Άντονι Χόπκινς, που με την άνεση που τους διακρίνει κερδίζουν και το παιχνίδι των εντυπώσεων, βάζοντας τη δική τους ερμηνευτική σφραγίδα για ακόμη μια φορά.

Ο Μεϊρέλες δεν στέκεται κριτικά απέναντι στη γιγαντιαία εξουσία που ασκεί η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά αναδεικνύει την ανθρώπινη πλευρά των δυο ιερωμένων και τη στάση τους γύρω από επίκαιρα, αλλά και διαχρονικά ζητήματα της εκκλησίας και της ανθρωπότητας. Και αυτό τονίζεται από τους χαρακτήρες τους, που είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι, ο ένας συντηρητικός και ο άλλος προοδευτικός, ο ένας πιο κοντά στα θεία, ο άλλος πιο κοντά στο σήμερα και τις απαιτήσεις ενός σύγχρονου συστήματος εξουσίας.

Η ταινία δεν έχει κορυφώσεις, στηρίζεται στους διαλόγους, πολλές φορές διανθισμένους με ένα ιδιαίτερο χιούμορ και φυσικά στους δυο έξοχους πρωταγωνιστές, τους οποίους αγκαλιάζει με φροντίδα και επάρκεια ο Μεϊρέλες.

Με λίγα λόγια: Πίσω από τα τείχη του Βατικανού, ο συντηρητικός Πάπας Βενέδικτος και ο φιλελεύθερος μελλοντικός Πάπας Φραγκίσκος πρέπει να βρουν κοινό έδαφος για να συνεχίσουν την πορεία της Καθολικής Εκκλησίας.

Η Ναυμαχία του Μίντγουεϊ

(Midway) Δραματική ιστορική περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Ρόλαντ Έμεριχ, με τους Εντ Σκράιν, Πάτρικ Γουίλσον, Λουκ Έβανς, Άαρον Έκχαρτ, Γούντι Χάρελσον Νίκ Τζόνας, Μάντι Μουρ, Ντένις Κουέιντ κ.ά..

Υπερπαραγωγή, γύρω από μία ιστορική στιγμή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο μετά το Περλ Χάρμπορ, που εξυψώνει για μία ακόμη φορά την ηρωική στάση των Αμερικανών, που μπήκαν στη φωτιά κάτω από αντίξοες συνθήκες, για να σώσουν την παρτίδα, την πατρίδα και τον κόσμο. Όλα αυτά δοσμένα μέσα από τη δική τους μονοδιάστατη οπτική, μακριά από το βάθος των γεγονότων, αλλά και την τραγωδία που κρύβει κάθε πόλεμος για τους απλούς ανθρώπους. Ένα φιλμ που δεν προσφέρει κάτι καινούργιο στη μυθολογία των πατριωτικών ταινιών του Χόλιγουντ, από τον Ρόλαντ Έμεριχ (“Ημέρα Ανεξαρτησίας”, “Πατριώτης”, Μετά την Επόμενη Μέρα”) που επιμένει στο μεγάλο θέαμα και τη χορταστική δράση, περιφρονώντας κάθε τι άλλο, που δίνει περιεχόμενο στο αμπαλάζ.

Ακόμη και αν παραβλέψεις τις πατριωτικές κορόνες και τα μιλιταριστικά μηνύματα της ταινίας, σε μια εποχή, που οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μια περίεργη αν μη τι άλλο κατάσταση, η ταινία του Έμεριχ μοιάζει πολύ αδύνατη και τα σπέσιαλ εφέ, στα οποία στηρίζεται υπερβολικά, δεν μπορούν να τη σώσουν από τη μετριότητα. Είναι κατώτερο από το φιλμ για το “Περλ Χάρμπορ” του Μάικλ Μπέι και ακόμη πιο ασθενές από το γνωστό ομότιτλο πολεμικό δράμα του 1976, που είχε και τους Χένρι Φόντα, Τσάρλτον Ίστον, Γκλεν Φορντ και Ρόμπερτ Μίτσαμ στο καστ.

Εδώ το καστ μοιάζει τηλεοπτικού επιπέδου, αμήχανο και ανήμπορο να κερδίσει το θεατή, που απλώς θα χαζέψει ορισμένες εντυπωσιακές σκηνές αερομαχιών και θα μείνει με την απορία γιατί γυρίστηκε αυτή η ταινία, σε μια εποχή που ο πόλεμος γίνεται κυρίως με οικονομικά όπλα, στις γειτονιές των πόλεων της Αμερικής και όλου του κόσμου, όπως καταδεικνύουν και κάποιες πρόσφατες ταινίες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την επιτυχία του “Joker”.

Με λίγα λόγια: Η Ναυμαχία του Μίντγουεϊ εξιστορεί μία από τις πιο φημισμένες μάχες μεταξύ του αμερικανικού και ιαπωνικού στόλου, που έδωσε στις αμερικανικές δυνάμεις το προβάδισμα στο μέτωπο του Ειρηνικού στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ταινία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, αφηγείται την ιστορία των αξιωματικών και των στρατιωτών, που χρησιμοποίησαν το ένστικτο τους, το σθένος τους και τον ηρωισμό τους για να νικήσουν τον εχθρό, παρά τις αντίξοες συνθήκες.

Marianne & Leonard Λόγια Αγάπης

(Marianne & Leonard Words of Love) Ντοκιμαντέρ, αμερικανικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Νικ Μπρούμφιλντ.

Μέσα από μία μεγάλη παθιασμένη ιστορία έρωτος, αυτή του φημισμένου τραγουδοποιού Λέοναρντ Κοέν και της Νορβηγίδας μουσικού Μάριαν Ίλεν, ο Νικ Μπρούμφιλντ περιγράφει μία ολόκληρη εποχή, εκείνης της δεκαετίας του ’60 και έχοντας ως φόντο τη μαγεία της Ύδρας, εκείνης της εποχής.

Είναι η Ύδρα που συγκεντρώνει πολλούς καλλιτέχνες, απελευθέρωνε τους διάσημους από συμβάσεις, τα πάρτι ήταν ξέφρενα, τα γλέντια με τους απλούς ανθρώπους του νησιού ακόμη καλύτερα. Όμως, το ντοκιμαντέρ του Μπρούμφιλντ δεν είναι ένα γλαφυρό μάζεμα των κουτσομπολιών του τζετ σετ, αλλά η δύναμη που δίνει ο τόπος αλλά και το πάθος, ο έρωτας, οι στιγμές στην έμπνευση ενός καλλιτέχνη. Ο ρομαντισμός στέκει ανήμπορος να περάσει πάνω από τους δαίμονες του τραγουδοποιού, τις ανασφάλειές του, τις αγωνίες του, την καταθλιπτική αυτοκαταστροφική του διάθεση. Και τελικά όλα αυτά που τον ενέπνευσαν και τον έκαναν έναν από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς του περασμένου αιώνα.

Βεβαίως, το φιλμ που σκιαγραφεί και την εποχή των χίπις, των ναρκωτικών, του ποτού και του ελεύθερου έρωτα, στέκεται περισσότερο στις υπαρξιακές αγωνίες του Κοέν, τον οποίο αντιμετωπίζει ως ένα σημείο και κάτι σημαντικότερο από αυτό που ήταν. Ο Μπρούμφιλντ δεν κάνει μία αγιογραφία, πως θα γινόταν άλλωστε, αλλά δεν αποφεύγει την υμνολογία, αν και αυτό θα μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω της στενής φιλίας τους.

Με λίγα λόγια: Ο Λέοναρντ Κοέν γνώρισε και ερωτεύτηκε στην Ύδρα την πανέμορφη Νορβηγίδα μουσικό Μάριαν Ιλεν που στάθηκε Μούσα του για χρόνια και ενέπνευσε τα τραγούδια «So Long, Marianne», «Hey, That’s No Way to Say Goodbye» και «Bird on the Wire». Η πολύχρονη στενή σχέση τους ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1960 στην Ύδρα. Μέλη και οι δύο της μποέμικης καλλιτεχνικής κοινότητας στο ελληνικό νησί, μιας μεγάλης, πολυσυλλεκτικής παρέας που αποτελούσαν συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί αλλά και ντόπιοι. Παρακολουθούμε βήμα προς βήμα τον δεσμό τους από τις πρώτες μέρες του μεγάλου έρωτα στην Ύδρα, την εσωτερική πάλη του Λέοναρντ Κοέν καθώς δημιουργεί και γνωρίζει την παγκόσμια καταξίωση.

Ζίζοτεκ

(Zizotek) Δραματική ταινία, ελληνικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Βαρδή Μαρινάκη, με τους Πηνελόπη Τσιλίκα, Δημήτρη Ξανθόπουλο, Αύγουστο Λάμπρου-Νεγρεπόντη κ.ά.

Αν και έχουν περάσει εννέα ολόκληρα χρόνια από την προηγούμενη ταινία του Βαρδή Μαρινάκη (“Μαύρο Λιβάδι”), βλέπουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τα γνώριμα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του σκηνοθέτη να επαναλαμβάνονται. Κυριαρχία της σιωπής, που σπάει από τους ψιθύρους και της κραυγές του μικρού ήρωα της ταινίας, ωραία εικαστική απεικόνιση της φύσης, εδώ στήνοντας την κινηματογραφική του κάμερα στις ορεινές περιοχές της Ξάνθης.

Ο μικρός του ήρωας, ένα αγόρι που θα εγκαταλειφθεί από τη μητέρα του -ο πατέρας αγνοείται- θα βρεθεί σε ένα αφιλόξενο και πρωτόγνωρο γι’ αυτόν περιβάλλον, θα βρει καταφύγιο σε μια καλύβα και θα συναντήσει έναν μυστηριώδη, άγριο άνδρα, ένα σιωπηλό, απομονωμένο ιδιότροπο μεσήλικα. Οι δυο τους θα χτίσουν σιγά- σιγά μία πολύτιμη σχέση.

Η ταινία του Μαρινάκη, που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ένα παιδικό όνειρο, ένα παραμύθι μακρυά από τα στερεότυπα και μαζί ένα φιλμ περιπλάνησης και ενηλικίωσης, με πολλά οικολογικά μηνύματα. Αυτά όλα που συνθέτουν το φιλμ του είναι μάλλον όμως και το πρόβλημα της φιλόδοξης ταινίας του, παρότι είναι φανερό ότι έχει προσπαθήσει πολύ για να τα συγκολλήσει με κάποια αρμονία και χωρίς να μπουκώνει το θεατή. Ως ένα σημείο τα καταφέρνει, αλλά σίγουρα οι αδυναμίες της ταινίες του θα δυσαρεστήσουν το αμύητο κοινό.

Ωστόσο, είναι μια ευγενής προσπάθεια από τον Μαρινάκη και αυτό που πρέπει να του αναγνωριστεί είναι ότι αποφεύγει τις εύκολες λύσεις, τα κλισέ και την εξόφθαλμη αντιγραφή ξένων κινηματογραφιστών του καλλιτεχνικού αταξινόμητου σινεμά. Πολύ καλός και ο μικρός Αύγουστος Λάμπρου-Νεγρεπόντης.

Με λίγα λόγια: Πώς μπορεί η τυχαία συνάντηση ενός εγκαταλελειμμένου εννιάχρονου αγοριού και ενός ιδιότροπου μεσήλικα που επικοινωνεί με νοήματα, να τους χαρίσει αυτό που τους λείπει περισσότερο; Ο μικρός Ιάσονας προσπαθεί μάταια να φροντίσει την καταθλιπτική του μητέρα όταν μια μέρα εκείνη αποφασίζει να τον εγκαταλείψει σε ένα πανηγύρι στη Βόρεια Ελλάδα. Ο φοβισμένος μικρός βρίσκει καταφύγιο σε μια καλύβα στο δάσος, όπου ζει ο μοναχικός Μηνάς, ο οποίος κρύβει τα δικά του σκοτεινά μυστικά, όπως το «Ζίζοτεκ», και μαζί θα ζήσουν το δικό τους παραμύθι.

Τσάρλι

Κωμωδία, ελληνικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Θανάση Τσαλταμπάση, με τον ίδιο και τους Γιώργο Κοψίδα, Γιώργο Γαλίτη, Αγοραστή Αρβανίτη, Σπύρο Παππά, Δημήτρη Παπανικολάου, Μαριάννα Τουντασάκη, Νίκο Φιλημέγκα, Φοίβο Παπακώστα, Γιώργο Λαμπριανό κ.ά.

Συμπαθητική προσπάθεια από τον δημοφιλή ηθοποιό Θανάση Τσαλταμπάση, ο οποίος έχει κάνει ακόμη μία ταινία (“Πέμπτη και 12”) χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Αυτή τη φορά ο ταλαντούχος ηθοποιός ξεφεύγει σε μεγάλο βαθμό από τις τηλεοπτικές προδιαγραφές και τις φόρμες της μικρής οθόνης, κάνοντας ένα νοσταλγικό άλμα στο βωβό κινηματογράφο και στις αξεπέραστες δημιουργίες του Τσάρλι Τσάπλιν.

Ναι, ο Τσαλταμπάσης τολμά να γυρίσει μία έγχρωμη βωβή κωμωδία, έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν αλητάκο αντίγραφο του Σαρλό, που μπαίνει στην εποχή μας και προσπαθεί να μας αναστατώσει και να μας συγκινήσει με τις ερμηνευτικές του ικανότητες. Καλές και ευγενικές προθέσεις, κοινωνικά σχόλια για το σήμερα, αλλά και αδυναμία στο σενάριο και στο βάθος της μαγείας του βωβού κινηματογράφου, που είναι φανερό ότι ανακάλυψε και τον εντυπωσίασε πρόσφατα. Και αυτό γιατί μπορεί να κοπιάρονται στο σινεμά πολλά πράγματα, χωρίς αυτό να είναι στα υπέρ, αλλά δεν αντιγράφεται η έμπνευση, το ταλέντο και εν τέλει η ιδιοφυΐα ενός Τσάπλιν ή ενός Μπάστερ Κίτον.

Πάντως, θα πρέπει να αναγνωριστεί στον Τσαλταμπάση η τολμηρή θέλησή του να μπει στον απαιτητικό κόσμο του βωβού κινηματογράφου, σε μια εποχή που ο θεατής στον οποίο απευθύνεται κατά κύριο λόγο θέλει μασημένη τροφή και εύπεπτα αστεία. Ένα πείραμα που έχει το ενδιαφέρον του, αλλά κυρίως μία ταινία από καρδιάς και αυτό δεν είναι λίγο.

Με λίγα λόγια: Ο Τσάρλι ξεπηδά από το παρελθόν και προσγειώνεται στο σύγχρονο παρόν. Ένας ρομαντικός περιπλανώμενος, διαχρονικός ονειροπόλος, μια ύπαρξη ευαίσθητη και τρυφερή που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Eνα μεσημέρι, καθισμένος στο παγκάκι ενός πάρκου, ξεφυλλίζει μια εφημερίδα στην οποία υπάρχει ένα μήνυμα αποκλειστικά για αυτόν. Εάν περάσει πέντε δοκιμασίες με επιτυχία, τότε ένας πολύ μεγάλος θησαυρός θα γίνει δικός του. Χωρίς να χάσει χρόνο, αποδέχεται την πρόκληση και από αυτό το σημείο ξεκινάνε οι περιπέτειες του. Θα κερδίσει το έπαθλο; Πόσο μεγάλος είναι στα αλήθεια ο θησαυρός;

Μαύρα Χριστούγεννα

(Black Christmas) Ταινία τρόμου, αμερικανικής και νεοζηλανδικής παραγωγής του 2019, σε σκηνοθεσία Σοφία Τακάλ, με τους Ίμοτζεν Πουτς, Κάρι Έλγουες, Λίλι Ντόνοχιου, Μπρίτανι Ο’ Γκρέιντι κ.ά.

Η τρομο-χριστουγεννιάτικη ταινία της χρονιάς, είναι μία κοριτσίστικη υπόθεση, σε κάποιο αμερικανικό κολέγιο, που απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις και μόνο τέτοιων κατασκευασμάτων. Η ταινία της Σοφία Τακάλ είναι το ριμέικ της καλτ ταινίας του 1974, αλλά χωρίς να προσθέτει τίποτα το ιδιαίτερο στο κινηματογραφικό σύμπαν του τρόμου, πέρα από το ότι τα κορίτσια είναι τα θύματα και αυτά που πρέπει να ξεφύγουν από τον παρανοϊκό φονιά και φυσικά όπως λέει και ο τίτλος τις μέρες των Χριστουγέννων. Με δυο λόγια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μια καλή συρραφή όλων των κλισέ του είδους, με ξαφνικές μαχαιριές, τηλέφωνα που αναστενάζουν τρομακτικά, σημάδια του κινδύνου και όλα αυτά που έχουμε δει και ξαναδεί και πλέον δεν προκαλούν ανατριχίλες αλλά το στοίχημα των μυημένων για το πότε θα γίνει η επόμενη σφαγή ή ποιο θα είναι το τέλος αυτής της σύντομης -ευτυχώς- ταινίας.

Με λίγα λόγια: Τα κορίτσια του κολεγίου ετοιμάζονται να υποδεχτούν την εορταστική περίοδο. Όμως τότε θα αρχίσουν οι φόνοι από έναν ψυχοπαθή με μια ανατριχιαστική μάσκα, που έχει διεισδύσει στο κολλέγιο. Όσο οι φόνοι συνεχίζονται, ξεσπάει ο πανικός και η αμοιβαία καχυποψία. Όμως ο δολοφόνος δεν έχει υπολογίσει ότι η αυτή η παρέα γυναικών, είναι πιο δυναμική απ’ όσο θα περίμενε.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Πηγή: «Οι Δύο Πάπες» δίνουν «Ραντεβού στο Belle Époque» – Ποιες ταινίες κάνουν πρεμιέρα (video)altsantiri

Διαβάστε περισσότερα