«Ιστορία Γάμου» – Από οικογένεια, ξένοι (video)

Μία εβδομάδα μετά τον «Ιρλανδό», το Netflix επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες με μία ακόμα οσκαρικού βεληνεκούς ταινία, το «Ιστορία Γάμου» του Νόα Μπόμπακ, η οποία παρουσιάζει ένα θέμα που έχουμε ξαναδεί δεκάδες φορές, ένα διαζύγιο.

Τυπικά είναι ένα θέμα που κάθε εθνική κινηματογραφία έχει αγγίξει με τον δικό της τρόπο, επομένως η ταινία του Μπόμπακ δε θα έπρεπε να αποτελεί κάτι το ξεχωριστό. Γνωρίζοντας όμως το κοινότυπο του αντικειμένου, ο σκηνοθέτης ποντάρει σε μια διαφορετική οπτική, αυτή των συναισθηματικά αφοπλιστικών ερμηνειών των δύο κεντρικών πρωταγωνιστών του, της Σκάρλετ Γιόχανσον και του Άνταμ Ντράιβερ.

Οι δύο ηθοποιοί, ελεύθεροι από τις στρωτές και αυστηρές οδηγίες που τους περιορίζουν στις μεγάλες μπλοκμπάστερ παραγωγές, εδώ παραδίδουν καθηλωτικές αφηγήσεις, οι οποίες όχι μόνο τους θέτουν υποψήφιους για μια θέση στα Όσκαρ, αλλά καταφέρνουν να σκιαγραφήσουν σε όλο τους το βάθος, τον πόνο και τις λεπτές ψυχολογικές μεταπτώσεις που προκαλεί στους άμεσα (και έμμεσα) εμπλεκόμενους η εξουθενωτική διαδικασία ενός χωρισμού.

H ιστορία ακολουθεί τον Τσάρλι και τη Νικόλ, ένα ζευγάρι καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη, γύρω στα 30,  ήδη δέκα χρόνια παντρεμένοι, και τον μικρό γιο τους, τον Χένρι. Αυτός σκηνοθέτης πειραματικών παραστάσεων, αυτή ηθοποιός του για χάρη του άφησε μια εμπορική καριέρα και αφοσιώθηκε στην τέχνη.

Η οπτική της κάμερα του Μπόμπακ, παίρνει πολλές μορφές. Εισαγωγικά, προσομοιάζει έναν χειροκίνητο, αυτοσχεδιαστικό φακό που μας εισάγει στις πιο απλές πλευρές μιας οικογένειας που βρίσκεται ένα βήμα (μετά) από το κενό,  με πλήρη επίγνωση του τέλους.

Γιατί ακόμα και αυτές οι φιλικές και οικίες εικόνες είναι ένας εξωτερικά επιβεβλημένος, από ψυχολόγους, τρόπος να πουν αντίο ο ένας στον άλλον και ως γονείς στον γιο τους. Ήδη τα προβλήματα τους έχουν οδηγήσει στο διαζύγιο. Επαγγελματικές διαφωνίες, τοξική εξάρτηση, στήριξη που καταχράστηκε και έγινε ανοχή, ανία και μοιχεία. Όλα τα στοιχεία που έχουμε δει, έχουμε βιώσει, με μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό είναι εδώ και γραπώνουν σχεδόν τον θεατή μέσω της εγγύτητας την οποία εκφράζουν μεστά και ανθρώπινα οι ηθοποιοί με τους καλογραμμένους, προσγειωμένους διαλόγους τους.

Ο ίδιος ο Μπόμπακ, ο οποίος επιμελείται και το σενάριο, έχει ασχοληθεί και άλλες φορές με ιστορίες χωρισμών, ορμώμενος από προσωπικά βιώματα, με πιο εξέχουσα περίπτωση το «Δεσμοί Διαζυγίου» του 2005. Όμως εδώ απομακρύνεται λίγο από τη μανιέρα του και παρουσιάζει χαρακτήρες προσεγγίσιμους και καθημερινούς, αντί για γουντιαλενικές, ψυχωτικές  καρικατούρες στις οποίες καταλήγει κάποιες φορές, σε ταινίες όπως το «Δε Σκέφτομαι, Άρα Υπάρχω».

Γιατί η κατάρρευση ενός γάμου μπορεί να αφορά πρώτα τους δύο γονείς, οι οποίοι βιώνουν έναν διπλό θάνατο, αυτόν μιας σχέσης και αυτόν της οικογένειας που πίστευαν ότι έχουν, αλλά δεν αφορά μόνο αυτούς. Ο μικρός γιος τους γίνεται μέσο για να προκαλέσουν πόνο ο ένας στον άλλο. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ένα δικανικό εργαλείο, κάτι που αναγκαστικά εισάγει σε αυτή την επίπονη διαδικασία το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα, του νόμου.

Αυτή τη διαδικασία αναλαμβάνει να εκφράσει η Λόρα Ντερν, η οποία με τον επίσημο ρόλο της ως δικηγόρος (και τον ανεπίσημο ως ψυχολόγος) της Νικόλ, προσπαθεί να εξισορροπήσει δύο άτομα (και μέσω αυτών, τις δύο αντιθετικές πλευρές μιας διαλυμένης χώρας). Την ίδια στιγμή βέβαια δεν ξεχνά και τη θέση της γυναίκας συνολικά σε όλη αυτή τη διαδικασία, η οποία ως μητέρα, είναι φορτωμένη με πολύ περισσότερες αξιώσεις και υποχρεώσεις στα μάτια της κοινής γνώμης και του συστήματος που αυτή ενσαρκώνει.

Η όλη αντιδικία δίνεται με αυστηρά, σταθερά πλάνα, μια χτυπητή αντίθεση με τη ρευστότητα της αρχής. Ταυτόχρονα, οι ηθοποιοί καλούνται να χρησιμοποιήσουν κάθε σημείο του σώματος τους: μικροκινήσεις, εκφράσεις, βλέμματα, όλα μαρτυρούν την ψυχολογική δοκιμασία την οποία περνούν προκειμένου να καταλάβουν και οι ίδιοι τι σήμαιναν αυτά τα δέκα χρόνια για τη ζωή τους, τι σήμαινε τελικά ο ένας για τον άλλον.

Η μαρβελική Σκάρλετ Γιόχανσον δεν έχει εδώ ίχνος από τη λάμψη της σουπερ-ηρωίδας. Άβαφη και γήινη, είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να βρει ξανά τον εαυτό της όταν όλοι της ζητούν να είναι κάτι άλλο. Ομοίως, ο Star Wars-ικος Άνταμ Ντράιβερ δε θυμίζει σε τίποτα τον επιβλητικό κακό του διαστημικού έπους, παρά μόνον έναν ευάλωτο, αλλά και απίστευτα εγωιστή άνδρα που προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος.

Αμφότεροι ακροβατούν ανάμεσα στη νοσταλγία και την οργή, το χαμόγελο και το δάκρυ. Περισσότερο από όλα όμως, φαίνονται παρόντες, απόλυτα δοσμένοι στους χαρακτήρες τους και έτσι ο θεατής νιώθει κάτι πολύ πιο άμεσο από το βλέπει απλά μια ταινία: βλέπει όντως το δράμα δύο ανθρώπων που ήταν τόσο κοντά που δεν ξεχώριζε ο ένας από τον άλλον, να προσπαθούν τώρα να βρουν το δικό τους μονοπάτι. Ίσως συναντηθούν ξανά, ίσως όχι. Όμως η στιγμή του αποχωρισμού θα μείνει στη θύμηση όλων (ηθοποιών και κοινού), για καιρό.

Όπως και με τον «Ιρλανδό», η ταινία θα κυκλοφορήσει στο Netflix αργότερα (πιο συγκεκριμένα, στις 6 Δεκεμβρίου). Όμως το έργο του  Μπόμπακ, γυρισμένο σε κινηματογραφικό φιλμ 35mm, είναι ένα έργο πραγματικά φτιαγμένο για την κινηματογραφική αίθουσα.

Σκηνοθεσία/ Σενάριο: Νόε Μπόμπακ

Διάρκεια: 135’

Διανομή στην Ελλάδα: Οdeon

Nίκος Γιακουμέλος

Πηγή: «Ιστορία Γάμου» – Από οικογένεια, ξένοι (video)altsantiri

Διαβάστε περισσότερα