Το Φθινόπωρο γεννιούνται οι ποιητές

Κλείνοντας σε λίγο αυτός ο μήνας, έχει να μας θυμίσει ότι αυτή τη μέρα γεννήθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι του πνεύματος, σπουδαίοι ποιητές που έχουν γράψει μια μεγάλη ιστορία στον ελλαδικό αλλά και παγκόσμιο χώρο.

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1871 ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και φιλόσοφος Πωλ Βαλερύ (Ambroise-Paul-Toussaint-Jules Valéry). Έγραψε σπουδαία ποιήματα, δοκίμια και είναι επίσης γνωστός για τους έξυπνους και πρωτότυπους αφορισμούς του όπως «Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τα όνειρά σου να βγουν αληθινά, είναι να ξυπνήσεις.», «Ο άνθρωπος είναι παράλογος γι’ αυτό που ψάχνει και σπουδαίος γι’ αυτό που βρίσκει.», «Ένα ποίημα δεν τελειώνει ποτέ, μόνο εγκαταλείπεται.», «Ο φασισμός αρχίζει με τη σκέψη ότι όλοι οι άλλοι είναι ανόητοι.» και πολλοί άλλοι.

Αν και ξεκίνησε σε προχωρημένη ηλικία τη συγγραφή θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους γάλλους ποιητές και διανοούμενους. Το 1917, μετά από σχεδόν 20 χρόνια σιωπής, δημοσίευσε τη «Jeune Parque» («Η νεαρή Μοίρα»), ένα σκοτεινό ποίημα από αλεξανδρινούς στίχους σε ομοιοκατάληκτα ζευγάρια, που θεωρείται από κάποιους ίσως το σημαντικότερο γαλλικό ποίημα του 20ού αιώνα. Στη συνέχεια, το 1920 και 1922 εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές: η πρώτη «Album des vers anciens» («Λεύκωμα παλιών στίχων») και η δεύτερη με τον τίτλο Charmes («Τραγούδια») που περιέχει το ποίημα «Θαλασσινό κοιμητήρι» ένα άριστο δείγμα «καθαρής ποίησης» από την ώριμη περίοδο του ποιητή. Όσο για το ποίημα του «Palme» ενέπνευσε το ποίημα του Τζέιμς Μέριλ «Lost in Translation» («Χαμένοι στη μετάφραση», 1974).

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1885, γεννήθηκε ο Έζρα Πάουντ (Ezra Weston Loomis Pound), ένας από τους πιο γνωστούς αμερικανούς ποιητές και δοκιμιογράφους, που θεωρείται μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού.

Αν και αμφιταλαντευόμενη φιγούρα, δεδομένης της σχέσης που ανέπτυξε με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας (μάλιστα φυλακίστηκε αρχικά από τους ιταλούς παρτιζάνους και στη συνέχεια από τους Αμερικανούς, με το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου), βραβεύτηκε το 1948 με το πρώτο βραβείο Bollingen από τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το 1948 για το έργο του «Τα Κάντος της Πίζας» ( Από το ανολοκλήρωτο επικό έργο The Cantos, 1917–1969). Άλλα έργα του είναι το «Ripostes» (1912) και το «Hugh Selwyn Mauberley» (1920).

Σημαντική η συνεισφορά του στα κινήματα του ιμαζισμού (Imagism: ρεύμα που προέρχεται από την κλασική ποίηση της Κίνας και της Ιαπωνίας με χαρακτηριστικό την ακρίβεια και την οικονομία της γλώσσας) και του βορτισισμού. Από αυτά τα κινήματα ήρθαν στην επιφάνεια έργα των σπουδαίων του πνεύματος Τζαίημς Τζόυς, Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Ρίτσαρντ Άλντινγκτον, Μάριαν Μούρ, Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ, Ουίνταμ Λιούις, Ρόμπερτ Φρόστ, Χένρι Γκωντιέ-Μπρτζέσκα κ.α. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Πάουντ διόρθωσε την «Έρημη Χώρα» του φίλου του Τ.Σ. Έλιοτ, ένα έργο που αγαπήθηκε πολύ από το φιλότεχνο αναγνωστικό κοινό.

Σε λιγότερο από μία δεκαετία, το 1896, από τη γέννηση του Πάουντ, έκανε την εμφάνισή του στον πλανήτη -την ίδια μέρα- ο δικός μας Κώστας Καρυωτάκης.

Αναγνωρίζεται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης που κατάφερε παρά τη σύντομη ζωή του να αφήσει παρακαταθήκη ένα σπουδαίο έργο που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η ποίησή του διδάσκεται σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας αλλά ακόμα και του εξωτερικού, ενώ έχουν γραφτεί εκατοντάδες αφιερώματα και εργασίες για το έργο του και τον ίδιο.

Η ποιητική του διαδρομή περιλαμβάνει τα «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων» (1919), «Νηπενθή» (1921), «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927), «Ανέκδοτα ποιήματα», «Τελευταία ποιήματα» (1928) και «Νεανικά Ποιήματα» (1919-1924).

Πέρα από την ποίηση, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά και έκανε μεταφράσεις μεγάλων ξένων λογοτεχνών, όπως οι Σάρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Φρανσουά Βιγιόν, Ζαν Μορεάς, Χάινριχ Χάινε και άλλοι.

Αγαπημένος των εφήβων λόγω του μελαγχολικού περιεχομένου των ποιημάτων του και του τέλους του, καταθλιπτικός και με χτυπημένη την υγεία του, μελοποιήθηκε από το γνωστό ροκ συγκρότημα Υπόγεια Ρεύματα αλλά και παλαιότερα από τους συνθέτες Μίκη Θεοδωράκη, Θάνο Μικρούτσικο, Δήμο Μούτση, Μίμη Πλέσσα, Γιάννη Σπανό και άλλους.

Μάλιστα η γοητεία του μελαγχολικού Καρυωτάκη έφτασε μέχρι την Ισπανία, με τον τραγουδοποιό Antonio Chincoa να ηχογραφεί το 2007 το CD «Τραγούδια του έρωτα και του θανάτου», βασισμένο σε έργα του ποιητή μας.

Διαβάζουμε κάτι από κάθε έναν από αυτούς τους μεγάλους ποιητές

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ του Κώστα Καρυωτάκη
Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ… του Κώστα Καρυωτάκη
Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

ΚΙΘΑΡΕΣ του Κώστα Καρυωτάκη
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

 

Το θαλασσινό κοιμητήρι του Πωλ Βαλερύ
‘‘Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε,
τάν δ’ έμπρακτον άντλει μαχανάν’’. Πίνδαρος

Η ήρεμη στέγη, όπου βαδίζουν περιστέρια,
πάλλεται ανάμεσα στα πεύκα και στους τάφους•
με φωτιές εκεί η δίκαιη Μεσημβρία συνθέτει
την θάλασσα, την θάλασσα, απ’ την αρχή πάντα!
Ω ανταμοιβή μετά απ’ τον στοχασμόν, όσο ένα
βλέμμα μακρύ στων θεών απάνω τη γαλήνη!

Ποιο, από αστραπές λεπτές, αγνό έργον αναλίσκει
αφρού ανεπαίσθητου τόσα πολλά διαμάντια,
και τι γαλήνη μοιάζει εδώ να εγκυμονείται!
Όταν πάνω στην άβυσσο ηρεμεί ένας ήλιος,
καθάρια εργόχειρα μιας αιώνιας συμφωνίας,
μαρμαίρει ο Χρόνος κι είναι τ’ Όνειρο επιστήμη.

Στέρεο ταμείον, λιτός ναός στην Αθηνά,
όγκος γαλήνης, θέασης άφθονη προμήθεια,
νερό αυστηρό, Μάτι που μέσα σου φυλάττεις,
κάτω από πέπλο φλόγινο, τόσον πολύ ύπνον,
ω σιωπή μου! Οικοδόμημα στην ψυχή μέσα,
χρυσή χιλιοκεράμιδη στέγη όμως, Στέγη!

Του χρόνου ναέ, συνοψισμένε σ’ έναν στόνο,
στο αγνό ύφος ανεβαίνω αυτό και συνηθίζω,
απ’ το θαλάσσιο βλέμμα μου τριγυρισμένος•
και σαν μεγίστη προσφορά μου προς τους Θεούς
το σπινθηροβόλημα σπείρει το γαλήνιο
μιαν απεριόριστη έπαρσην απάνω στο ύψος.

Όπως μέσα σ’ απόλαυσην ο καρπός λυώνει,
όπως την απουσία του μ’ ηδονήν αλλάζει
μες σ’ ένα στόμα όπου το σχήμα του πεθαίνει,
έτσι γεύομαι εδώ τον μέλλοντα καπνό μου,
κι ο ουρανός στην ψυχή που αναλίσκεται μέλπει
για τις βρυχώμενες ακτές που ολοένα αλλάζουν.

Ωραίε ουρανέ, αληθή ουρανέ, δες με που αλλάζω!
Μετά από τόσην έπαρση, μετά από τόσην
αλλόκοτη, μα δύναμη γεμάτην, οκνηρία,
αφήνομαι στο διάστημα αυτό το μαρμαίρον,
πάνω απ’ τα σπίτια των νεκρών διαβαίνει η σκιά μου
που με την εύθραυστή της κίνηση μ’ οικειώνει.

Με ψυχή στους πυρσούς του ηλιοστάσιου εκθεμένη,
σ’ υπερασπίζομαι, θαυμάσια δικαιοσύνη
του φωτός, που ανοικτίρμονα είναι τ’ άρματά σου!
Στην πρώτη σου τη θέση αγνή σ’ επαναφέρω:
κοιτάξου!…Αλλά το φως να επαναφερθεί πίσω
σημαίνει ένα μισό σκοτεινιασμένο από ίσκιο.

Ω για μέ μόνο, σ’ εμέ μόνο, εμέ τον ίδιο,
κοντά σε μια καρδιά, το ποίημα όπου πηγάζει,
μεταξύ του κενού και του αγνού γεγονότος,
την ηχώ ακούω του εσώτερού μου μεγαλείου,
δεξαμενή πικρή, ηχηρή και ζοφερή,
που ηχεί ένα, στην ψυχή, μελλούμενο πάντα, άδειο!

Ξέρεις, ψεύτικη αιχμάλωτη των φυλλωμάτων,
κόλπε που τα ισχνά κάγκελα αυτά τρως, τα μάτια
όταν σφαλώ, τυφλά απ’ τα μυστικά που βλέπουν,
ποιο σώμα στ’ οκνό τέλος του με παρασύρει,
ποιο μέτωπο σ’ αυτήν τη γη απ’ οστά το σύρει;
Μια σπίθα τους απόντες μου σκέφτεται εντός του.

Κλειστός, ιερός κι από μιαν άυλη φωτιάν όλος,
ένα γήινο κομμάτι στο φως προσφερμένο,
αγαπώ αυτόν τον τόπο, όπου δεσπόζουν λύχνοι,
πέτρας, χρυσού και σύσκιων δέντρων σύνθεση, όπου
πάνω σε πλήθος σκιές, μαρμάρου πλήθος τρέμει•
στους τάφους μου πλάι η θάλασσα πιστή κοιμάται!

Λάμπουσα σκύλλα, διώξε τον ειδωλολάτρη!
Όταν, μονήρης, με χαμόγελο ποιμένος,
αρνιά βοσκίζω μυστηριώδη επί πολλή ώρα,
των ήρεμών μου τάφων το λευκό κοπάδι,
τα φρόνιμα από κει να διώχνεις περιστέρια,
τους περίεργους αγγέλους, τα όνειρα τα μάταια.

Αν έρθει εδώ, το μέλλον άνεργο θα μείνει.
Την ξηρασία το ξεκομμένο έντομο ξύνει•
όλα καήκαν, διαλύθηκαν κι ανεμοπήγαν
μήτε ξέρω κι εγώ σε ποια αυστηρήν ουσία…
Η ζωή φαρδαίνει από της απουσίας τη μέθη,
κι είναι η πικρία γλυκιά, το πνεύμα είναι καθάριο.

Οι κρυμμένοι νεκροί, καλά ’ναι στη γη τούτη,
τους ζεσταίνει και το μυστήριο τους ξεραίνει.
Ψηλά και δίχως κίνηση το Μεσημέρι!
Σκέφτεται ενδόμυχα κι αυτοσυνεννογιέται…
Πλήρες κεφάλι, εντελές διάδημα που φέρεις,
η μυστική μεταλλαγή μέσα σου εγώ ’μαι.

Τους φόβους για να συγκρατείς εμέ ’χεις μόνο!
Οι αμφιβολίες μου, οι μεταμέλειές μου κι οι πιέσεις
το ελάττωμα είναι του μεγάλου διαμαντιού σου…
Μα στην κατάφορτη, απ’ τα μάρμαρά τους, νύχτα,
ένας αόριστος λαός στις ρίζες των δέντρων
κιόλας αγάλι-αγάλι εστράφη προς εσένα.

Έχουνε διαλυθεί σε μια πυκνή απουσία,
το κοκκινόχωμα το λευκόν είδος ήπιε,
μες στα λουλούδια πέρασε της ζωής το δώρο!
Τι εγίναν των νεκρών οι γνώριμες οι φράσεις,
οι ασύγκριτες ψυχές, η προσωπική τέχνη;
Εκεί που δάκρυα πλάθονταν, η νύμφη κλώθει.

Τα τσιριχτά των κοριτσιών, σα γαργαλούνται,
τα βλέφαρα τα υγρά, τα μάτια και τα δόντια,
το στήθος τ’ όμορφο, με τη φωτιά που παίζει,
το αίμα στα προσφερόμενα χείλη που λάμπει,
τα ύστερα δώρα, δάχτυλα που τα φυλάνε,
στη γη όλα πάνε κι επιστρέφουν στο παιγνίδι!

Κι εσύ, ψυχή μεγάλη, σ’ όνειρον ελπίζεις,
που τις απατηλές χροιές τούτες, που, σε μάτια
σάρκινα, έχουν χρυσός και κύμα, πια θα ’χει;
Θα τραγουδάς κι όταν ατμός θα ’χεις πια γίνει;
Αχ, όλα παν! Είναι πορώδης η ύπαρξή μου,
κι η άγια μου ανυπομονησία, κι αυτή πεθαίνει!

Κάτισχνη αθανασία κι επίχρυση και μαύρη,
φριχτά δαφνοστεφάνωτη παρηγορήτρα,
που στέρνο μητρικό τον θάνατο εμφανίζεις,
τον δόλο ευλαβικό και την απάτη ωραία!
Ποιος δεν τα ξέρει τάχα και ποιος δεν τ’ αρνιέται,
το άδειο τούτο κρανίο κι αυτό το αιώνιο γέλιο!

Βαθιοί πατέρες, ακατοίκητα κεφάλια,
που κάτω απ’ των φτυαρισματιών το τόσο βάρος
η γη είστε και μπερδεύετε τα βήματά μας,
ο αληθής σάραξ, το αναπάρνητο σκουλήκι,
για σας, κάτω απ’ την πλάκα που κοιμόσαστε, όχι
δεν είναι, από ζωή ζει, και δε μ’ εγκαταλείπει!

Αγάπη μήπως, είτε μίσος του εαυτού μου;
Το μυστικό του δόντι τόσο είναι κοντά μου
που όλα τα ονόματα μπορούν να του ταιριάζουν!
Αδιάφορο! Θωρεί, ρεμβάζει, θέλει, αγγίζει!
Τη σάρκα μου αγαπά κι ως στη στρωμνή μου απάνω,
ζω στον ζωντανό τούτον για ν’ ανήκω μόνο!

Ω Ζήνων! Σκληρέ Ζήνων! Ζήνωνα Ελεάτη!
Μ’ έχεις μ’ αυτό το φτερωτό βέλος τρυπήσει
που δονείται, πετά, και δεν πετά καθόλου!
Ο ήχος του με γεννά και το ίδιο με σκοτώνει!
Ο ήλιος!…Τι σκιά χελώνης για την ψυχήν, ο ήλιος,
ακίνητε Αχιλλέα με το μεγάλο βήμα!

Όχι, όχι!… Ορθός! Μες στον αδιάκοπον αιώνα!
Σύντριψε αυτήν τη σκεφτική μορφή, κορμί μου!
Ρούφηξε, στέρνο μου, την γέννηση του ανέμου!
Μια δροσιά από τη θάλασσαν αναδοσμένη,
μου ξαναδίδει την ψυχήν… Ω δύναμη άρμης!
Για ν’ αναβρύσω ζωντανός, στο κύμα ας τρέξω!

Ναι! Προικισμένε με μανίες μεγάλε πόντε,
δέρμα του πάνθηρα και διάτρητη χλαμύδα
με χίλιες κι άλλες χίλιες του ήλιου εξεικονίσεις,
έξαλλη απ’ τη γλαυκή σου σάρκα, απόλυτη ύδρα,
που η μαρμαίρουσα ουρά σου σε ξαναδαγκώνει,
μες σε μια ταραχή που με τη σιωπή μοιάζει,

σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω!
Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει,
τολμά το κύμα κονιορτός από τα βράχια
ν’ αναβρύζει! Πετάξετε, έκθαμβες σελίδες!
Κύματα, μ’ εύθυμα νερά αυτήν τη γαλήνια
στέγη, όπου φλόκοι τρώγανε, συντρίψετέ την!
(Μετάφραση Άρης Δικταίος)

 

Ποίημα (Canto) του Έζρα Πάουντ
Με την τοκογλυφία κανείς δεν έχει σπίτι πέτρινο
με κάθε πέτρα να σμιλεύεται σωστά και τέλεια να δένει
έτσι ώστε ένα σχέδιο να είναι δυνατό να περαστεί πάνω στην πρόσοψή του,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν έχει έναν παράδεισο ζωγραφιστό
στους τοίχους του ναού του
άρπες και φλάουτα
ή την παρθένο εκεί που δέχεται το μήνυμακι
η άλως να προβάλλεται απ΄ τη χαραγματιά,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν βλέπει τον Γκοντσάγκα
με τους διαδόχους και τις παλλακίδες του
καμιά ζωγραφική δεν γίνεται να διαρκέσει ή να ζήσει,
γίνεται μόνο για να πουληθεί,
και μάλιστα στο άψε-σβήσε,
με την τοκογλυφία, αμάρτημα κατά της φύσης,
είν΄ το ψωμί σου ακόμα πιο μπαγιάτικο
ειν’ το ψωμί ξερό σαν να ΄ταν χάρτινο,
χωρίς πληθώρα από σιτάρι, χωρίς αλεύρι δυνατό
με την τοκογλυφία γίνεται η γραμμή τραχιά
με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο
κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει.
Ο λιθοξόος κρατιέται μακριά απ΄ την πέτρα του
κι ο υφαντής μακριά από τον αργαλειό του
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν έρχεται μαλλί στην αγορά
τα πρόβατα δεν φέρνουν κέρδος.
Είναι πανούκλα η τοκογλυφία,
αμβλύνει τη βελόνα στης κοπελιάς το χέρι
βάζει φραγμό στού υφαντή την τέχνη.
Ένας Πιέτρο Λομπάρδο δεν μας προέκυψε ποτέ από τοκογλυφία
και ένας Ντούτσιο δεν έγινε ποτέ από τοκογλυφία
ούτε Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα,
ούτε Μπελλίνι γίνανε ποτέ απ΄ την τοκογλυφία
ούτε και ζωγραφίστηκε ποτέ “Η Συκοφαντία”.
Ένας Αντζέλικο δεν μας προέκυψε από τοκογλυφία,
ουτ’ ο Αμπρότζιο ντε Πρέντις.
Ουτ΄ εκκλησιά με λαξευμένο λίθο
με χαραγμένο το “Αδάμ εποίει”.
Ούτε ο Σαιντ Τροφίμ από τοκογλυφία.
Ούτε ο Σαιντ Ιλαίρ από τοκογλυφία.
Διάβρωσε την σμίλη η τοκογλυφία.
Διάβρωσε και τέχνη και τεχνίτη.
Ροκάνισε το νήμα τ΄αργαλειού
Καμιά δεν έμαθε να πλέκει το χρυσόνημα
με το πατρόν της
Το γαλανό πιάνει μελίγκρα απ΄ την τοκογλυφία,
και η πορφύρα μένει ακέντητη.
Και το σμαράγδι δεν συναντά κανέναν Μέμλινκ
Σκοτώνει το παιδί στη μήτρα η τοκογλυφία
Του νέου το φλερτάρισμα το σταματά
Έφερε την παραλυσία στο κρεβάτι, ξαπλώνει
ανάμεσα στη νεαρή τη νύφη και τον άντρα της
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Φέρανε πόρνες για την Ελευσίνα
Πτώματα στήθηκαν στο δείπνο
κατ΄ εντολήν της τοκογλυφίας.

Σημείωση του ποιητή : Usura (Τοκογλυφία) = επιβάρυνση για την χρήση αγοραστικής ισχύος, αδιαφορώντας για την παραγωγή ή έστωτις δυνατότητες παραγωγής.

Διαβάστε περισσότερα