Σφίγγει ο κλοιός για Τραμπ; Το παρασκήνιο της φημολογούμενης ρωσικής παρέμβασης

Επιμέλεια: Αντώνης Ρηγόπουλος

Η είδηση ότι ο πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου Μάικλ Φλυν παραδέχτηκε ότι είπε ψέμματα στο FBI σχετικά με την εμπλοκή του στο σκάνδαλο της ρωσικής παρέμβασης στις αμερικανικές εκλογές, έπεσε σαν κεραυνός στο γραφείο του προέδρου Τραμπ.

Πρόκειται για το τελευταίο επεισόδιο στο μεγάλο «πολιτικό θρίλερ» που αργά αλλά σταθερά κατατρώει την εικόνα του αμερικανού προέδρου και τον φέρνει όλο και πιο κοντά στη δύσκολη θέση να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη.

Με αφορμή την πολύ σημαντική εξέλιξη του Φλυν, που εμπλέκει ακόμα και τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και στις στενές επαφές της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης με εκείνη της Ρωσίας.

Πώς ξεκίνησαν όλα – Διαβάζοντας «ανάμεσα στις γραμμές»

Ήτα 7 Οκτωβρίου του 2016 όταν η αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Μπάρακ Ομπάμα, κατηγόρησε τη Ρωσία ότι επιχείρησε να επηρεάσει παράνομα τα αποτελέσματα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. 

Το γεγονός ότι ο Ντ. Τραμπ είχε μια πιο επιθετική στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ και επέμενε να λέει θετικά λόγια για τον Βλάντιμιρ Πούτιν, δεν ήταν αρκετό για να προκαλέσει την παρέμβαση των Ρώσων, υπέρ του ίδιου.

Σύμφωνα με τον Σάμουελ Ραμάνι, ειδικού αναλυτή και συνεργάτη του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, οι Ρώσοι αντιμετώπισαν την παρέμβασή τους στην εκλογική διαδικασία των ΗΠΑ ως «αντίποινα» για τις αντίστοιχες αμερικανικές παρεμβάσεις σε προηγούμενες ρωσικές εκλογές.

Η οικογένεια Κλίντον είναι μάλιστα προεξέχουσα σε αυτή τη διαδικασία. Σύμφωνα με τον Ραμάνι, την περίοδο της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, οι ΗΠΑ υποστήριξαν ενεργά τη διατήρηση της εξουσίας από τον Μπόρις Γέλτσιν, παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι αμφισβητούσαν έντονα ακόμη και την ικανότητα του συγκεκριμένου προσώπου να κατέχει τη συγκεκριμένη θέση.

Οι «χρωματιστές επαναστάσεις» της δεκαετίας των ’00s, αλλά και οι μεγάλες διαδηλώσεις του 2011 και 2012 στη Ρωσία ενίσχυσαν την αίσθηση ότι οι Αμερικανοί, μέσω της CIA, «έβαζαν χέρι» στα εσωτερικά της Ρωσίας για να μην της επιτρέψουν να εξελιχθεί και πάλι σε υπερδύναμη. Το 2012 μάλιστα, ο τότε αμερικανός πρέσβης στη Ρωσία φέρεται να χορήγησε 50 εκατομμύρια δολαρια σε διάφορες κοινωνικές οργανώσεις, ενέργεια που οι Ρώσοι θεώρησαν απόδειξη ενοχής των ΗΠΑ για την παρέμβασή τους στα εσωτερικά της χώρας. Στην ίδια κατηγορία φαίνεται να εντάσσονται για τη ρωσική πλευρά, και οι σημαντικές εξελίξεις του 2014 στην Ουκρανία και τη λεγόμενη «επανάσταση Euro-Maidan».

Αξίζει να σημειωθεί ότι υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ κατά την κρίσιμη περίοδο 2011-12 ήταν η Χίλαρι Κλίντον. Ως εκ τούτου, δεν είναι λίγα τα αμερικανικά ΜΜΕ που υποστηρίζουν ότι τα «αντι-Κλίντον» αισθήματα που έτρεφε ο ρώσος πρόεδρος, αποτέλεσαν το «χαλί» που τον οδήγησε στην έμπρακτη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ.

Για τον Ραμάνι, η δυνατότητα της Ρωσίας να παρέμβει στις αμερικανικές εκλογές ενισχύει την εικόνα της ως υπερδύναμη. Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία δεν αποδέχεται τις κατηγορίες, εντούτοις, όπως εξηγεί ο Ραμάνι, η δυνατότητά της να παρεμβαίνει στην κυριαρχία των ΗΠΑ διαρρέοντας αρνητικά ντοκουμέντα για τη Χίλαρι Κλίντον, εδράζεται στην επιθυμία της Ρωσίας να είναι συμβολικά ισότιμη με τις ΗΠΑ.

Ο Ραμάνι κάνει ένα βήμα παραπάνω στην ανάλυσή του, εξηγώντας ότι η ρωσική παρέμβαση από στρατηγικής πλευράς, δίνει στον Πούτιν τη δυνατότητα να αποκτήσει πολιτική στήριξη από σημαντική μερίδα του αμερικανικού λαού που «βλέπει με καλό μάτι» τις αυταρχικές, συντηρητικές πρακτικές του Πούτιν. Άλλωστε οι αμερικανοί εθνικιστές που αποτελούν μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και ιδιαίτερα του Ντ. Τραμπ, φαίνεται να συμφωνούν με τη συντηρητική ατζέντα του Πούτιν, το περιοριστικό νομικό πλαίσιο που επιβάλλει στην LGBT ρωσική κοινότητα, αλλά και τη σκληρή στάση της Μόσχας στον πόλεμο απέναντι στον Ισλαμικό εξτρεμισμό.

Η ειδική δικαστική έρευνα

Κατά τη διάρκεια της πρώτης χρονιάς της προεδρίας Τραμπ και ενώ οι καταγγελίες για τη ρωσική παρέμβαση «άγγιζαν» υψηλόβαθμα στελέχη του επιτελείου του προέδρου η αμερικανική δικαιοσύνη διέταξε τον Μάιο του 2017 ειδική δικαστική έρευνα υπό τον πρώην  αρχηγό του FBI Ρόμπερτ Μιούλερ.

Τα κυριότερα μέρη της έρευνας αφορούν τη ρωσική παρέμβαση, τις επαφές μεταξύ συνεργατών του Ντ. Τραμπ με Ρώσους αξιωματούχους, τη φημολογούμενη σχεση μεταξύ της εκλογικής καμπάνιας του Τραμπ με Ρώσους πράκτορες, την παρακώλυση της δικαστικής έρευνας και την έρευνα οικονομικών στοιχείων.

Ο Ρόμπερτ Μιούλερ

Έως σήμερα τέσσερα άτομα έχουν κατηγορηθεί επίσημα από την επιτροπή του Μιούλερ.

Ο Ελληνοαμερικάνος Τζωρτζ Παπαδόπουλος, υψηλόβαθμο στέλεχος της καμπάνιας Τραμπ, έχει δηλώσει ήδη ένοχος και συνεργάζεται με την επιτροπή. Η κατηγορία που του απευθύνθηκε ήταν εκείνη της ψευδούς κατάθεσης στο FBI σχετικά με επαφές που είχε με Ρώσους κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2016.

Ο Πόλ Μάναφορντ, σύμβουλος πολλών υποψηφίων προέδρων, μεταξύ των οποίων οι Τζέραλντ Φορντ, Ρόναλντ Ρήγκαν, Τζωρτζ Μπους (πρεσβ.), και βεβαίως ο Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορείται μαζί με τον Ρίκ Γκέιτς, επίσης σύμβουλο του Τραμπ, βαρύνεται μεταξύ άλλων με τις βαρύτατες κατηγορίες της συνομωσίας εναντίον των ΗΠΑ και της συνομωσίας για ξέπλυμα χρήματος. Οι δύο άνδρες φέρονται να παρείχαν συμβουλές για την εγκαθίδρυση μιας ρωσόφιλης κυβέρνησης στην Ουκρανία.

Η τελευταία προσθήκη στον κατάλογο των κατηγορούμενων ήρθε μόλις την 1η Δεκεμβρίου του 2017 με τον πρώην ανώτατο αξιωματικό του αμερικανικού στρατού Μάικλ Φλυν. Ο Φλυν αποδέχτηκε την κατηγορία που του αποδόθηκε ότι κατά τη διάρκεια της μετάβασης μεταξύ των προεδριών Ομπάμα και Τραμπ, ο ίδιος ήρθε σε επαφή με ρώσους κυβερνητικούς αξιωματούχους, καθώς και ότι είχε πει ψέμματα στο FBI για το ίδιο ζήτημα.

Ο επόμενος;

Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που υποστηρίζουν ότι η έρευνα αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει και τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Η κατηγορία εναντίον του Μάικλ Φλυν, φαίνεται να «σφίγγει» τον κλοιό γύρω από τον πρόεδρο καθώς στο κάδρο μπαίνουν πλέον εξαιρετικά κοντινοί του συνεργάτες.

Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι καταγγελίες που έχουν γίνει και εναντίον του γαμπρού του, Τζάρεντ Κούσνερ σχετικά με συνομιλίες που είχε ο ίδιος τόσο με ρώσους αξιωματούχους, όσο και με τα διαβόητα Wikileaks που διέρρευσαν τις συνομιλίες της Χίλαρι Κλίντον και συνεργατών της κατά την προεκλογική περίοδο, ύστερα από ρωσικά «χακαρίσματα».

Ο χρόνος ίσως να μετράει ήδη αντίστροφα για τον πιο αμφιλεγόμενο αμερικανό πρόεδρο των τελευταίων δεκαετιών.

Πηγές: Huffington Post, The Guardian

πηγή