Οι συγκρούσεις του Αλέκου Σακκελάριου

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Μιλάμε και γράφουμε για «αστέρια που λάμπουν για πάντα», για «φώτα της ράμπας που δεν σβήνουν ποτέ» , για ταινίες που, αν κι έχουν γυριστεί, κάπου έξι δεκαετίες πριν, ακόμη έχουν να δώσουν, ως σήμερα τις βλέπουμε όλοι, παλιές και νεότερες γενιές κι είναι θαρρείς από τις λίγες περιπτώσεις, που εκείνο το περίφημο «χάσμα γενεών» γεφυρώνεται…  Ας κάνουμε σήμερα, ένα ταξίδι στον «ουρανό» που έδωσε χώρο να λάμψουν όλα αυτά τα αστέρια που λάμπουν ακόμα, ηθοποιοί – ογκόλιθοι που θα ζουν για πάντα, αφού κατάφεραν να αφήσουν ανεξίτηλο πολιτισμικό αποτύπωμα, με εξαιρετικά πενιχρά μέσα. Κι ο «ουρανός» δεν είναι άλλος, από τον Αλέκο Σακελλάριο.

Ο εμπνευστής των πιο  πολλών από τους θησαυρούς του παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου, που είχαν για «μήτρα» δικά του θεατρικά έργα, ο άνθρωπος που ανακάλυψε, ως νέους κι άσημους, τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς, ο απόγονος του Εθνικού ευεργέτη Ευάγγελου Ζάππα, έζησε μια ζωή σαν κωμικοτραγικό παραμύθι, από το οποίο κάθε άλλο παρά έλειπαν οι συγκρούσεις. Ο γεννημένος στην Αχαρνών του 1913, όταν ακόμη ήταν εξοχικός δρόμος γεμάτος πορτοκαλιές μπήκε στο γράψιμο από τα μαθητικά του χρόνια, την εποχή, που εξέδιδε την εφημερίδα «Μαθητής» , με συμμαθητές επιφανέστατους, όπως τον Μποστ, κι αργότερα με δασκάλους, όπως τον Γεώργιο Βλάχο, τον Χρήστο Χαιρόπουλο και η επιμονή του , οδήγησε στη συγγραφή 200 θεατρικών έργων 115 κινηματογραφικών σεναρίων και 1500 τραγουδιών…

Ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε τον κυρ Αλέκο μέσα από τέσσερις ιστορίες. Ο Σακελλάριος λοιπόν ξεκίνησε ως δημοσιογράφος – και μάλιστα στην Καθημερινή. Τότε ο Βλάχος, άνθρωπος σχεδόν εμμονικός, με τον πολιτισμό, του ανέθεσε  να γράφει καθημερινά μικρά σημειώματα και κάθε Κυριακή, ένα στιχούργημα για τη «Φιλολογική Καθημερινή» . Κι ενώ το πρώτο του στιχούργημα, «Φθινοπωρινοί Στίχοι – Το Παλιό μου παλτό», προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, κάποιους μήνες μετά ο Σακελλάριος τα … βρόντηξε από την Καθημερινή, επειδή ο αρχισυντάκτης του, του «άλλαξε τους στίχους». Έτσι, ενώ βρισκόταν σε τεράστια οικονομική δυσπραγία ο Αλέκος περιπλανιόταν άνεργος , ώσπου να βρει «στέγη» καλύπτοντας το  δικαστικό ρεπορτάζ της Αυγής, του  Ταχυδρόμου , της Ακρόπολης …

Αυτή η σύγκρουση ήταν η πρώτη: Όταν ο Φίνος του ανέθεσε να γράψει μια κωμωδία για λογαριασμό του, ο κυρ Αλέκος του παρέδωσε μέσα σε δυο μέρες (!!!) το σενάριο της ταινίας «Παπούτσι από τον  Τόπο σου», Όταν ο Φίνος του ανέθεσε τη σκηνοθεσία – λόγω της άρνησης του Γιώργου Τζαβέλλα να «ασχοληθεί με έναν τόσο νέο συγγραφέα». Ο Σακελλάριος τότε, συγκρούσθηκε με το τεχνικό τιμ , όταν γιατί ο κυρ – Αλέκος ήθελε να μιλούν με κανονικό ρυθμό οι ηθοποιοί παρά το ότι δεν υπήρχαν οι προδιαγραφές να «πιάνει» το φωνοληπτικό μηχάνημα της εποχής, κανονική ροή ομιλίας. Η ταινία, παρ΄ ολίγο να μην γυριστεί ποτέ. Ο Σακελλάριος ξαναγύρισε στα πλατώ όταν «πέρασε ο όρος του». Και παρέδωσε την πρώτη προσεγμένη ομιλούσα Ελληνική ταινία, στα 1946.

Χρόνια αργότερα ξεκίνησε μια σχέση λατρείας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία εκτόξευσε την Αλίκη στο θόλο της Εθνικής μας σταρ .Αυτή η σχέση πατέρα – κόρης όμως διαταράχτηκε κάποιες φορές.

Το καλοκαίρι του 1968, για παράδειγμα,  η επιθεώρηση «Και μη χειρότερα» ανέβηκε στο θέατρο «Μετροπόλιταν». Ο Σταύρος Παράβας υποδυόταν την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ενώ στην παράσταση συμμετείχαν ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Αλέκος Τζανετάκος, ο Τάκης Μηλιάδης και η Μάρθα Βούρτση. Ο Παράβας έβγαινε στη σκηνή, ντυμένος μαθήτρια με ξανθιά περούκα. Αποκαλούσε τον Παπαμιχαήλ «χοντρό σαν βαρελάκι» και στραβοπόδη. Στη συνέχεια τραγουδούσε : «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου, σου το ‘δωσα το σπίτι μου. Δημήτρη μου, Δημήτρη μου, σου πήρα κι αυτοκίνητο…». Στη διάρκεια της παράστασης ακούγονταν ατάκες όπως: «Θέλω να καταπιώ δέκα σαν την Καρέζη για να κάνω κέφι». Σατίριζαν την ηλικία της Βουγιουκλάκη και το γεγονός πως δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Την περίοδο εκείνη, η Βουγιουκλάκη είχε δύο αποβολές και έκανε προσπάθειες με τον Παπαμιχαήλ για να μείνει έγκυος. Μόλις πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της επιθεώρησης η πρωταγωνίστρια, έκανε μήνυση για «εξύβριση λόγω και έργω» εναντίον των συγγραφέων Γ. Τζαβέλα και Αλέκο Σακελλάριο και του θεατρικού επιχειρηματία Τάκη Μακρίδη.

Ο Σακελλάριος είχε προειδοποιήσει την Αλίκη ότι το έργο του θα άντεχε τρεις σεζόν, ενώ το δικό της σχεδόν στο απέναντι θέατρο θα άντεχε, μετά βίας, μια. Και δικαιώθηκε. Εν τέλει, οι δυο τους συμφιλιώθηκαν, με φόντο τον ήχο των κυμάτων στη θάλασσα του Μαρμαρά, με αφορμή την ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο». Κι έμειναν αχώριστοι φίλοι.

Ο Αλέκος Σακελλάριος  λοιπόν  που ξεκίνησε τη λαμπρή πορεία του, γράφοντας ένα νούμερο με τίτλο «Οι Αμαξάδες» για τον Πέτρο Κυριακό, ήταν ένας άνθρωπος που γέμιζε τον χώρο, διεκδικούσε, συγκρουόταν, ρισκάριζε. Με μιαν έμπνευση κι ένα πηγαίο χιούμορ που γέννησαν ένα σημαντικό κομμάτι, του Ελληνικού πολιτισμού, του 20ου αιώνα…

Διαβάστε περισσότερα