Λάκης Λαζόπουλος: Σήμερα ο Αριστοφάνης θα πήγαινε στην Ευρώπη για να μαζέψει τους νέους που έφυγαν

Ο Λάκης Λαζόπουλος άνοιξε για πρώτη φορά το πατρικό του σπίτι, στη Λάρισα και υποδέχτηκε τους τηλεθεατές της εκπομπής «Ώρα θερινή» της ΕΡΤ3.

Ο ηθοποιός έκανε μια στάση στη γενέτειρά του στο πλαίσιο της περιοδείας της παράστασης «Βάτραχοι» και μίλησε για το έργο και τη συνεργασία του ενώ αναφέρθηκε και στα παιδικά του χρόνια.

«Όταν έρχομαι Λάρισα μένω πάντα στο πατρικό μου σπίτι, αλλά αυτή τη φορά ένιωσα την ανάγκη δεν ξέρω για ποιον λόγο. Αισθάνθηκα επειδή γεννήθηκα και έζησα εδώ, ήθελα να δείξει ότι αυτό το πατρικό σπίτι υπήρχε μέσα στη ψυχή μου, με καθορίζει. Δεν είναι μνήμες που με πηγαίνουν μόνο πίσω σαν διαδρομή, με καθορίζουν σαν τρόπο σκέψης. Το μυαλό μου, η σκέψη μου, το σώμα μου, το γέλιο μου επανέρχεται κάθε φορά που είμαι σε αυτό το σπίτι. Δεν πειράζω τίποτα στο σπίτι τα έχω όπως τα είχε η μητέρα μου. Τα σεμέν για παράδειγμα στα οποία δεν έχω μεγάλη αγάπη δεν τα πείραξα».

Εξήγησε τι του αρέσει να κάνει όταν πηγαίνει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. «Μου αρέσει να πηγαίνω βόλτα να βλέπω πώς αλλάζει η Λάρισα και ευτυχώς αλλάζει όμορφα, αλλάζει ωραία. Έχει πεζοδρομηθεί η πόλη και είναι πάρα πολύ ευχάριστη. Θα δω φίλους, θα βγω σε μπαράκια. Με το που φτάνω έρχονται οι πίτες από απέναντι. Με το που με είδε η κυρία Μαρίτσα που έφερε πίτα. Κινητοποιείται το παλιό σύστημα όσο ζούσα εδώ».

Υπήρξε από τους πρώτους καλλιτέχνες που απενοχοποίησε την ντοπιολαλιά και ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι η απενοχοποίηση αυτή βοηθάει στην ελεύθερη έκφραση.

«Ποτέ μου δεν πέρασα αυτό το δίλημμα: ότι είμαι ο επαρχιώτης που φτάνω στην Αθήνα και τώρα πρέπει να υποδυθώ τον Αθηναίο. Ήθελα να κρατήσω αυτή την επαρχία, γιατί αυτή η επαρχία με μεγάλωσε, αυτός ο τρόπος σκέψης με καθόρισε, από δω έμαθα να γράφω, να σκέφτομαι, από δω πήρα το χιούμορ και τις φράσεις των ανθρώπων, τους πρώτους ρόλους, τους χαρακτήρες, εδώ άρχισα να παρατηρώ, εδώ είναι το εργαστήριο της σκέψης μου, της επιθυμίας, των ονείρων μου.

Αν δεν σεβαστείς το μέρος που σε γέννησε και σου έδωσε τη δύναμη να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι και ονειρεύεσαι νομίζω τελειώνει όλο αυτό. Η ντοπιολαλιά που λέτε. Τον πρώτο καιρό προσπαθούσα στο κεφάλι μου να μη φαίνομαι Λαρισαίος, να μην «τρώω» τα φωνήεντα, αυτά τα γνωστά…τα οποία όμως εμένα μου άρεσαν, μου άρεσε ο τρόπος που μιλάμε εδώ. Δεν ήξερα τότε τον σταθμό ότι τον έλεγαν Λαρίσης γιατί τότε πήγαινε μέχρι τη Λάρισα, ήταν ο πρώτος καιρός που είχα φτάσει Αθήνα. Πήγα απευθείας στην Αθήνα για το θέατρο, δεν είχα πατήσει το πόδι μου ποτέ πριν, οπότε δεν είχα ιδέα. Όταν χρειάστηκε να έρθω να πάρω τα πράγματα από τη Λάρισα μπαίνω σε ένα ταξί και του λέω: “Πηγαίντε με στον σταθμό Αθηνών”. Μου λέει: “Λαρίσης;” και λέω: “Αμάν με κατάλαβε. Δύο λέξεις είπα και με κατάλαβε ότι είμαι Λαρισαίος; Προσπαθούσε τρεις μήνες και δεν κατάφερα τίποτα;”. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι είναι ωραίο να φέρνεις αυτό που κουβαλάς μέσα σου γιατί η σκέψη μου πηγαίνει με αυτές τις φράσεις. Τα χωριά της Θεσσαλίας μου μάθανε ότι εδώ δεν παρεξηγούμαστε εύκολα. Και ξέρω ότι όλοι οι Λαρισαίοι και η Άννα Βαγενά, και ο Κώστας Τσιάνος όλοι όσοι είμαστε Θεσσαλοί και Λαρισαίοι πάντα τιμήσαμε τη Λάρισα. Η Βαγενά και ο Τσιάνος στήσανε το θεσσαλικό θέατρο σε αυτούς χρωστάει τα πάντα το θεσσαλικό θέατρο. Εγώ ήμουν ένας περαστικός που είχα την τύχη να με δεχτούνε και να φύγω γρήγορα. Αυτοί είναι οι στηλοβάτες του θεσσαλικού θεάτρου».

Με αφορμή τη συνέντευξη στο πατρικό του σπίτι έκανε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο εξηγώντας πώς του ξύπνησε η καλλιτεχνική ανησυχία.

«Είχα ένα κασετόφωνο μου το έκανε δώρο ο θείος μου από την Αμερική, ήταν και το πρώτο ακριβό που έμπαινε μες στο σπίτι. Μόλις άκουγα τις συζητήσεις στο σπίτι μετά κρυβόμουν σε ένα δωματιάκι που υπάρχει πίσω και προσπαθούσα να κάνω τις φωνές από όσους άκουσα και καθώς μετέφερα τις συζητήσεις, είχα την ανάγκη να βάζω και δικά μου πράγματα μέσα και σιγά σιγά διαμόρφωνα μια ιστορία. Γιατί καμιά φορά ήθελα την ιστορία να τη θυμάμαι όπως θέλω εγώ».

Όσο για το αν πιστεύει ότι στο πέρασμα των χρόνων οι Έλληνες έχουμε κοινό παρονομαστή με το χιούμορ του Αριστοφάνη ή είμαστε πιο εγκεφαλικοί πλέον σχολίασε:

«Σε ένα λαϊκό αστείο κανείς δεν μπορεί να σταματήσει, θα γελάσουν όλοι. Είτε είσαι μορφωμένος, είτε αμόρφωτος, δεν υπάρχει καμία περίπτωση. Το χιούμορ που απαιτεί μια εξειδίκευση δεν θεωρώ ότι είναι για μένα το σημαντικότερο στο κεφάλι μου. Δεν μου αρέσουν οι τέχνες που δεν είναι για τους πολλούς. Το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση δεν ανήκουν στις λεγόμενες μουγκές τέχνες. Οι μουγκές τέχνες αρέσουν στους πιο πλούσιους ανθρώπους, θέλουν να βλέπουν πίνακες, που δεν αντιμιλούν οι πίνακες, να βλέπουν χορό που δεν αντιμιλάει ο χορός, θέλουν να βλέπουν όπερα που ξέρουν από την αρχή μέχρι το τέλος τι θα συμβεί, οπότε δεν έχουν καμία έκπληξη, δεν θέλουν δηλαδή να ταράζονται. Όμως το θέατρο είναι ζωντανό πράγμα, μιλάς συνέχεια με ανθρώπους, διαμορφώνεις χαρακτήρες και πας πίσω στον Αριστοφάνη και βλέπεις τον τρόπο που είναι γραμμένο το κείμενο, γιατί πάντα το διαβάζω στα αρχαία ελληνικά πριν το παίξω, θέλω να έχω μια αίσθηση της μελωδίας του χαρακτήρα και του ρόλου και βλέπεις τα αστεία που θα χρησιμοποιήσει είναι σαν να τα παίρνει σήμερα ένας και να τα γράφει. Είναι εντυπωσιακό το συντακτικό το αστείο που μοιάζει με τον τρόπο που συντάσσεται σήμερα. Θα δεις τον δούλο εδώ και θα τον δεις και στις ελληνικές ταινίες. Ο Αριστοφάνης είναι σαν να έχει κάνει μια σκυταλοδρομία και αρπάζει ο καθένας το μολύβι και συνεχίζει… και συνεχίζει…στους αιώνες. Είμαι υπέρ του χιούμορ που απευθύνεται σε όσους το δυνατόν περισσότερους. Γενικά οι άνθρωποι  γελούν καλύτερα όταν είναι πολλοί και κλαίνε καλύτερα όταν είναι μόνοι τους».

Στους «Βατράχους» όπως αναφέρει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης, Κώστας Φιλίππογλου ο Αριστοφάνης δεν διαλέγει να φέρει κάποιον πολιτικό ή άλλον σπουδαίο άντρα αλλά έναν ποιητή γιατί θεωρεί ότι η τέχνη μπορεί να σώσει τον κόσμο.

«Υπάρχει μια χαμένη πνευματικότητα και κάθε φορά όταν ένας λαός χάνει την πυξίδα του τη χάνει όταν δεν υπάρχει πνευματικότητα να τον οδηγήσει, δεν υπάρχει σκέψη. Αν πάρεις τη γενική εικόνα που έχουμε είναι σαν να σηκώθηκαν σώματα και να φωνάζουν χωρίς σκέψη, σαν να έχει χαθεί η πνευματικότητα. Μια μεγάλη αιτία είναι ότι μέσα στα χρόνια της κρίσης, το ότι έφυγαν τα νέα παιδιά, που ήταν αυτό το στρώμα που είχε πάντα μια κοινωνία, τους νέους ανθρώπους που ήταν πολύ μορφωμένοι και διαβασμένοι, αυτοί οδηγούσαν τα πράγματα. Αυτοί έχουν εξαφανιστεί και έχει μείνει ένα σώμα πίσω με πολλά παιδιά μορφωμένα, πολλά παιδιά διαβασμένα αλλά σίγουρα και μια τηλεόραση που φροντίζει τα τελευταία χρόνια να ταΐζει το τίποτα το μυαλό. Σήμερα ο Αριστοφάνης δεν θα πήγαινε στον Κάτω Κόσμο, θα πήγαινε στην Ευρώπη και θα μάζευε τους νέους ανθρώπους, τα μυαλά και θα τους ξαναέφερνε εδώ γιατί αυτή είναι η χαμένη πνευματικότητα της Ελλάδας. Έχουμε μια νεολαία που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα και να πάρει τον λόγο δεν είναι εδώ. Μας την πήραν και αυτό είναι για μένα η σοβαρότερη διεκδίκηση του Αριστοφάνη και του οποιουδήποτε. Το ζητούμενο δεν είναι πολιτικό, αλλά ποιος θα μπορέσει να μιλήσει στην καρδιά και στο μυαλό των ανθρώπων λέγοντας αλήθειες και σεβόμενος όλους και όχι μονομερώς κατά το κόμμα του και τις αντιλήψεις του. Και η κωμωδία το κάνει αυτό, τους σέβεται όλους και θέλει όλοι να γελάσουν».

Όταν ρωτήθηκε αν η συγκεκριμένη παράσταση έχει κάτι από τη δική του ματιά εκείνος απάντησε κατηγορηματικά πώς όχι. «Όχι. Ακολούθησα την παράσταση και σεβάστηκα τον σκηνοθέτη και την άποψή του. Γιατί όταν σκηνοθετώ μια παράσταση θέλω να με σέβονται, έτσι κι εγώ έχω μάθει να σέβομαι αυτό που ο καθένας οραματίζεται. Το συζήτησα μαζί του, συμφώνησα σε αυτό και το υπηρέτησα. Που σημαίνει ότι ο Λαζόπουλος υπάρχει σαν ερμηνεία του ρόλου όπως και όλοι οι σπουδαίοι ηθοποιοί η Σοφία Φιλιππίδου, ο Δημήτρης Πιατάς και ο εξαίρετος Αντώνης Καφετζόπουλος που έχουμε τη στιχομυθία σαν Αισχύλος και Ευριπίδης, στον δεύτερο ρόλο που κάνω γιατί παίζω δύο ρόλους. Νομίζω όλοι υπηρετήσαμε αυτή τη γραμμή, αυτό το σεβασμό στο πώς είναι γραμμένο. Είναι το πιο πολιτικό έργο του Αριστοφάνη».

Κλείνοντας εξέφρασε το πώς νιώθει όταν παίζει στη Λάρισα. «Έχω μεγάλη συγκίνηση όταν παίζω στη Λάρισα, στη γενέτειρά μου».

πηγή