Βασίλης Τσιτσάνης: Ο νεαρός από τα Τρίκαλα που «κατέκτησε» την Ελλάδα

«Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη».

Αυτά ήταν τα λόγια του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη, όταν του ζητήθηκε να πει κάτι για τον μεγάλο ρεμπέτη, με αφορμή τα 100χρονα από τη γέννησή του, το 2015.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης σήμερα θα ήταν 102 ετών. Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1915 στα Τρίκαλα και πέθανε την ίδια ημέρα του χρόνου, το 1984, σε ηλικία 69 ετών.

Μέσα στη σύντομη ζωή του έγραψε περισσότερα από 500 τραγούδια, τα οποία δεκαετίες αργότερα μπορούν να θεωρηθούν σχεδόν… «εθνικοί ύμνοι» του λαϊκού τραγουδιού. Διαχρονικά μουσικά κομμάτια που συνδέουν περισσότερες από τρεις γενιές Ελλήνων.

Η ζωή και το έργο του

Ο Τσιτσάνης στη σχολική περίοδο 1932-33 φοιτά στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου Τρικάλων. Καθώς, όμως, όπως αφηγείται ο συμμαθητής και φίλος του Γ. Μπακοβασίλης, «ήταν αγαπητός και περιζήτητος στις γλεντζέδικες παρέες» της γενέτειράς του για το μπουζούκι που έπαιζε, μένει μεταξεταστέος στα μαθηματικά». Ξαναδίνει το μάθημα και το Φλεβάρη του 1934, παίρνει το απολυτήριο. Το Γενάρη του 1935 περνά περιοδεύων κι ύστερα κατεβαίνει στην Αθήνα, με το μπουζούκι του κρυμμένο στο σακάκι, να σπουδάσει Νομικά. Για να επιβιώσει, το «βλαχάκι», όπως τον έλεγαν «οι μάγκες» της Αθήνας, παίζει σε μικρομάγαζα μπουζούκι και τραγουδά «κάτι αλλιώτικα τραγούδια».

Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Το 1946 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» στην Καισαρινή και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Ο Χαζιδάκις για την «Αρχόντισσα»

Ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια που έγραψε ο Τσιτσάνης ήταν η Αρχόντισσα. Εκτός από τη μουσική αξία που είχε, η Αρχόντισσα αγαπήθηκε από τον κόσμο, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τραγούδι.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, είχε πει σχετικά με το συγκεκριμένο έργο:

«Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το “Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω”. Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον “Ερωτόκριτο”» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο “Ματωμέvο Γάμο” του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς».

Τσιτσάνης, ΕΑΜ και Αντίσταση

Αν και το όνομά του δεν συνδέθηκε απόλυτα με την εθνική αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά της γερμανικής κατοχής, η τοποθέτησή του στο πλευρό όσων αγωνίζονταν για την απελευθέρωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

«Τραγούδια, όπως λένε “αντιστασιακά ” έγιναν στα βουνά. Εγώ έχω γράψει δύο τέτοια, ένα για τους αντάρτες και ένα επαναστατικό, όταν πλησιάζαμε στην απελευθέρωση. Αυτό για τους αντάρτες σε ρυθμό χασάπικο 2/4, το δε επαναστατικό είναι μαρς. Αυτά τα έγραψα την τελευταία χρονιά, πριν την απελευθέρωση και τα τραγουδούσαμε εν κλειστώ κύκλω».

Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του Βασίλη Τσιτσάνη, όπως τα καταγράφει στο βιβλίο του «Ο ξακουστός Τσιτσάνης», ο συγγραφέας Σώτος Αλεξίου. «Ο Τσιτσάνης δεν είχε στόφα ήρωα. Τις ηρωικές πράξεις τις θαύμαζε στους άλλους», αναφέρει ο συγγραφέας.

Ο στενός φίλος και συνεργάτης του συνθέτη, Αντρέας Σαμαράς, διηγείται:

«Πολλές φορές διάφοροι φίλοι του Βασίλη του κάνανε πρόταση να γίνει μέλος του ΕΑΜ. Ήταν όμως διστακτικός, δεν το αποφάσιζε. Κάποια φορά, άνοιξη του ’44, ήρθε απεσταλμένος από την επιτροπή του ΕΑΜ Επανωμής και τον κάλεσε να τους επισκεφθεί για να μιλήσουνε. Ο Βασίλης αφού το σκέφθηκε πολύ του λέει: “Να τους πεις πως θά ‘ρθω σε λίγες μέρες”. Πράγματι σε κάνα δυο μέρες πήγαμε. Εγώ, ο Βασίλης και η Ζωή. Μας υποδέχτηκαν τα μέλη της επιτροπής του ΕΑΜ.

Είχανε πανηγύρι, γιορτές, θέατρο, Καραγκιόζη, σε ένα πάλκο στην πλατεία έπαιζαν τα κλαρίνα και χόρευαν. Εκεί ζούσαν ελεύθεροι. Όλοι ήταν αρματωμένοι. Μας συμπεριφέρθηκαν με μεγάλο σεβασμό. Πολλοί ήξεραν τον Βασίλη και τον παρακάλεσαν να τους παίξει τραγούδια του. Εκεί έγραψε και τα δυο τραγούδια για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Τα έπαιζε συνέχεια και τα μάθανε και οι κλαρινιτζήδες και τα παίζανε μαζί. Όλοι ήταν ξετρελαμένοι με τον Τσιτσάνη. Εγώ ύστερα από τρεις τέσσερις μέρες έφυγα, γιατί έπρεπε να κοιτάξω και το μαγαζί, για. Ο Βασίλης και η Ζωή ήρθαν ύστερα από μερικές μέρες. Αποφασίστηκε να μείνει έξω από το ΕΑΜ και να το βοηθάει όποτε υπήρχε ανάγκη. Έτσι κι έγινε. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο στο “Ουζερί” για μια δυο μέρες».

Στο ένα από τα δύο τραγούδια περιλαμβάνονται οι παρακάτω στίχοι:

Πέρασαν, έφυγαν οι χρόνοι της σαπίλας,
Στραγγαλιστές του λαού,
Καταφρόνια και σκλαβιά,
Μαστιγώματα, κελιά,
Ξερονήσια του διαβόλου Μεταξά.

Σίδερα σπάστε κι αφήστε
Το αίμα να ξεχυθεί.
Λευτεριά τώρα ας τρέχει στη γη
Κι όλους μας ας οδηγεί.

Μέσα στο «Ουζερί Τσιτσάνης» το 1943 ο δημιουργός γράφει τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τραγούδι-σήμα κατατεθέν όχι μόνο του ίδιου, αλλά και ολόκληρου του νέου ελληνικού πολιτισμού.

“Ήταν ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη μια βαριά χειμωνιάτικη νύχτα Κυριακή. Είδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου. Πήρα ένα χαρτί και έβγαλα από μέσα μου αυτό που με έπνιγε. Ένοιωσα ιδιαίτερα περήφανος όταν είδα με πόση αγάπη αγκάλιασε ο κόσμος αργότερα το τραγούδι”, θα δήλωνε ύστερα από χρόνια ο Τσιτσάνης.

Όσα έγραψε ο Τσιτσάνης εκείνη την περίοδο, έγιναν γνωστά μετά την απελευθέρωση όταν άνοιξαν και πάλι οι εταιρίες. Μέχρι τότε, μόνο οι θαμώνες του μαγαζιού τους τα ψιθύριζαν και αυτοί με τη σειρά τους τα μετέφεραν στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις”.

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» φωνογραφείται πέντε χρόνια μετά τη σύνθεσή της, το 1948 με τις φωνές της Σωτηρίας Μπέλλου και του Πρόδρομου Τσαουσάκη.

Από την πλευρά του, ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις, θα έγραφε ύστερα από χρόνια για τη Συννεφιασμένη Κυριακή στο βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι»: «Έξι μήνες τυραννιόμουν να βρω αυτό το Κυ-ρια-κή, πριν το Χριστέ και Παναγιά μου… μού φανέρωνε σ’ ανύποπτους καιρούς ο Τσιτσάνης. Κι εγώ έμενα έκπληκτος, γιατί δεν είχα φανταστεί τόση αγωνία για ένα τραγούδι απλό. Είχα την απορία του ημισπουδαγμένου κι αφελούς. Μα όσο μεγάλωνα, τόσο ένιωθα καταλυτική αυτή την εμμονή στις λέξεις συν-νε-φιά ή Κυ-ρια-κή. Σαν ένα βλέμμα διαπεραστικό, που σκίζει εκεί ψηλά τον Ουρανό. Κι ακόμα πιο πολύ, που διαπερνά τον ίδιο το Θεό. Χριστέ και Παναγιά μου».

Ο Παγκόσμιος Τσιτσάνης

Ο Τσιτσάνης μπορεί να μεγαλούργησε μέσα στους τεκέδες του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, όμως το έργο του ξεπέρασε αυτά τα στενά όρια κατακτώντας το σύνολο των λαϊκών στρωμάτων της Ελλάδας, αλλά και πετυχαίνοντας να αναγνωριστεί η αξία και το βάθος του ως συνθέτη σε όλο τον κόσμο.

Ήταν το 1980 και με πρωτοβουλία της UNESCO που ηχογραφήθηκε ο διπλός επετειακός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», από το ξακουστό κέντρο διασκέδασης όπου εμφανιζόταν ο Τσιτσάνης τα 14 τελευταία χρόνια της σπουδαίας καριέρας του, μέχρι και έναν μήνα πριν φύγει από τη ζωή. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και στη Γαλλία το 1985, κατακτώντας το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross.

Στην ταινία “Mighty Aphrodite” του Γούντι Άλεν, το 1995, στο σάουντρακ της οποίας συνυπήρχαν ο Count Basie και το Dave Brubeck Quartet με τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Ακούστε το έργο “Neo Minore” του Βασίλη Τσιτσάνη από την ταινία του Γούντι Άλλεν. Ο Τσιτσάνης έγραψε αλλά και έπαιξε το συγκεκριμένο κομμάτι.

Μόλις το 2015, η παγκοσμίου φήμης ολλανδή βιολίστρια Emmy Storms παρουσίασε το έργο Τα Ωραία του Τσιτσάνη, και μάλιστα όχι στο πλαίσιο κάποιου προγράμματος, αλλά κατά τη διάρκεια του encore.

Λίγα χρόνια νωρίτερα όμως, το 2004 ο Σταύρος Ξαρχάκος έκανε στον Τσιτσάνη, ίσως το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε, με τον δίσκο «Τσιτσάνη διάλογοι».

Ο Ξαρχάκος κατάφερε να «παντρέψει» τον Τσιτσάνη με τους μεγάλους του πενταγράμμου, σε έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής παραγωγής.

Υπότιτλος του δίσκου είναι: «Μυστικές συναντήσεις του νεαρού από τα Τρίκαλα με Χατζιδάκι – Παπαϊωάννου – Smetana – Saint-Saens – Mussorgsky – Bach – Mahler – L.V. Beethoven – Dvorak – Chopin – Mozart – Liszt – Piazzolla»

Ο Ξαρχάκος απογειώνει τον Τσιτσάνη βάζοντάς τον στο κάδρο των μεγαλύτερων  συνθετών όλων των εποχών με απόλυτο σεβασμό στους συνθέτες.

Πηγές: Wikipedia, Ριζοσπάστης, Lifo, Δρόμος της Αριστεράς, Ogdoo.gr, Ιδιωτική Οδός

πηγή