Από τη “Fantasia” στον Elton John – Η σημασία της μουσικής στα αριστουργήματα της Disney

Επιμέλεια: Αντώνης Ρηγόπουλος

Οι ταινίες της Disney, είναι συνυφασμένες με την παιδική ηλικία ίσως και τεσσάρων γενεών σε όλο τον κόσμο. Ταινίες που δεν θα θυμόμασταν ως κινηματογραφικά αριστουργήματα αν ο Walt Disney δεν είχε δώσει εξ’ αρχής τη δέουσα προσοχή στη μουσική με την οποία τις «έντυνε».

Άλλωστε ήταν η εταιρεία του Walt Disney εκείνη που κατάφερε να φέρει στις αίθουσες το πρώτο κινούμενο σχέδιο με… επιτυχημένο συγχρονισμένο ήχο, ύστερα από τις αποτυχίες των ανταγωνιστών του, ήδη από το 1928, στο πασίγνωστο Steamboat Willie.

Σήμερα, χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, πέρα από τη διαχρονική νοσταλγία για τις ταινίες που μας μεγάλωσαν, παρουσιάζουμε ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στη μουσική των ταινιών της Disney.

Η πρώτη περίοδος

Η «Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι» (1937) είναι γνωστή ως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων, όμως αυτή δεν ήταν η μοναδική της καινοτομία. Πρόκειται για την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που εξέδωσε εμπορικά το soundtrack της. Πριν τη Χιονάτη, το να εκδώσει μια ταινία τη μουσική της εμπορικά ως soundtrack ήταν ανήκουστο. Για την ταινία ηχογραφήθηκαν 25 μουσικά έργα, όμως μόνο τα 8 συμπεριλήφθηκαν στον τελικό δίσκο. Η Disney πάντως απέκτησε τη δική της δισκογραφική εταιρεία αρκετά χρόνια αργότερα, μόλις το 1949.

Το 1940 η Disney δημιουργεί τον «Πινόκιο» που θα καταφέρει να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής την ίδια χρονιά, ενώ το έργο θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως εκείνο που κατάφερε να ηχογραφήσει τον ήχο στης μαγείας, καθώς οι δημιουργοί του χρησιμοποίησαν μια σειρά σπάνιων μουσικών οργάνων. Το τραγούδι Wish Upon A Star, μάλιστα κέρδισε το 1940 το Όσκαρ Kαλύτερου Tραγουδιού.

Την ίδια χρονιά πάντως, η Disney θα εξέδιδε μια από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία της, την «Φαντασία». Μια σιωπηλή ταινία με τη συνοδεία μουσικής χαρακτήριζε μια ήδη περασμένη εποχή του κινηματογράφου. Η ιδέα να συνδυαστεί η κλασική μουσική με τα κινούμενα σχέδια είχε χρησιμοποιηθεί άλλωστε από την Disney ήδη από το 1928, στη σειρά “Silly Symphonies”. Όμως η Φαντασία κατάφερε να ξεχωρίσει ακόμα και έτσι, αφού μέσα από μια τεχνολογική καινοτομία που ονομάστηκε Fantasound και εφαρμόστηκε στο θέατρο του Broadway, όπου παρουσιάστηκε η ταινία. Ο Disney ήθελε να παραχθεί ένα αποτέλεσμα όπου θα ξεδιπλωνόταν η απόλυτη φαντασία και η δράση θα ελεγχόταν από τη μουσική του ουτοπικού του βασιλείου. Η καινοτομία του Fantasound δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της κίνησης του ήχου γύρω από τον θεατή. Επρόκειτο για το πρώτο «πρωτόγονο» ηχητικό surround. Αν και σήμερα αυτό θεωρείται δεδομένο για κάθε ταινία, οι βάσεις τέθηκαν από τη θρυλική Φαντασία του Disney.

Η συνέχεια των ταινιών ήρθαν με τον “Dumbo” το 1941 και τον “Bambi” το 1942. Όμως το 1950, η εταιρεία αποφασίζει να επανέλθει στα παραδοσιακά παραμύθια και δημιουργεί τη «Σταχτοπούτα». Τα τραγούδια είναι σχεδόν εθιστικά, ιδιαίτερα το «εύληπτο» Bibiti Bobity Boo, όμως η καινοτομία της Disney εντοπίζεται στο τραγούδι Sing Sweet Nightingale. Η Ilene Woods είχε ηχογραφήσει το τραγούδι, όμως όταν άκουσε την ηχογράφηση ο ίδιος ο Walt Disney της ζήτησε να ηχογραφήσει η ίδια τις δεύτερες φωνές του τραγουδιού, πρακτικά με τον εαυτό της. Κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο στα δεδομένα της δισκογραφίας μέχρι τότε, όμως τελικά η Woods ηχογράφησε μόνη της τις δεύτερες, αλλά και τις τρίτες φωνές στο συγκεκριμένο τραγούδι.

H νέα εποχή

Το 1961 ωστόσο, θα ξεκινούσε μια νέα εποχή στη μουσική των ταινιών της τεράστιας εταιρείας. Με αφετηρία τα «101 Σκυλιά της Δαλματίας» που κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά, η μουσική επένδυση των ταινιών της Disney συναντά ένα είδος που μέχρι τότε βρισκόταν στο περιθώριο: την Jazz. Ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για αυτή τη «συνάντηση» λεγόταν George Bruns.

Ο ίδιος ήταν φανατικός θαυμαστής αυτού του είδους, ενώ πριν εργαστεί για την Disney συμμετείχε και σε jazz μουσικά σχήματα. Έτσι οι επιρροές ήταν σαφείς. Πώς άλλωστε μπορεί κανείς να εξηγήσει μια αρκούδα στην αποικιοκρατούμενη Ινδία (Μπαλού) που μιμείται μουσικά όργανα σε ρυθμούς του αμερικανικού νότου στο «Βιβλίο της Ζούγκλας» (1967) ή τους αλήτες γάτους που «τζαμάρουν» παίζοντας swing στις «Αριστόγατες» (1970) που διαδραματίζονται στο Παρίσι του 1910;

Στην ιστορία της μουσικής της Disney, ο Burns είναι ο πρώτος που τολμάει να «σπάσει» τα σύνορα αδιαφορώντας για την ιστορική ακρίβεια και αφήνοντας πίσω του την παραδοσιακή τάση της Disney προς την κλασική μουσική. Οι επιρροές που άφησε πίσω του o Burns στις επιλογές των δημιουργών της εταιρείας ήταν εξαιρετικά σημαντικές, γεγονός που αποδεικνύεται, για παράδειγμα, από το ότι πολλά χρόνια αργότερα ο Alan Menken θα χρησιμοποιούσε θρησκευτικούς ύμνους των Aφροαμερικανών (gospel) για να πλαισιώσει τον… «Ηρακλή». Όμως, ας μην προτρέχουμε. Στην ιδιοφυΐα του Menken θα αναφερθούμε στη συνέχεια του άρθρου.

Άλλωστε, πριν φύγουμε από την εποχή των 60’s και των 70’s, δε θα μπορούσαμε να μην κάνουμε μια στάση στο Λονδίνο του 1964 και στο αριστούργημα που ήταν η “Mary Poppins”. Τα τραγούδια της ταινίας άφησαν εποχή και η παρουσία της Julie Andrews στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Mary Poppins και του Dick Van Dyke στον ρόλο του Bert (και μερικών ακόμα) έμειναν στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Οι τεχνολογικές καινοτομίες στην ταινία είναι πολλές αφού έχει ειδικά εφέ που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, ενώ στο τραγούδι που μπορείτε να ακούσετε στο παρακάτω βίντεο, η Julie Andrews «τραγουδάει» σε ένα μικρό πουλάκι το οποίο είναι και το πρώτο ρομπότ (με τη σύγχρονη έννοια) που εμφανίζεται σε ταινία.

Η «Αναγέννηση» της Disney και ο Alan Menken

Είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για τη μουσική στη Disney χωρίς να κάνει ειδική μνεία στον Alan Menken. Για τους φανατικούς ερευνητές και θαυμαστές των ταινιών της Disney ο Menken είναι κάτι σαν… τους Beatles. Είναι ο άνθρωπος «πίσω» από τη μουσική σε ταινίες όπως «Η Μικρή Γοργόνα», «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», ο «Αλαντίν», ο «Ηρακλής», «Η Παναγία των Παρισίων» και η «Ποκαχόντας». Μέχρι σήμερα έχει κερδίσει 8 βραβεία Όσκαρ.

Η πρώτη ταινία για την οποία έγραψε μουσική ήταν το “Oliver and Company”, το 1988 η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί και «δοκιμαστική», αφού στόχος της εταιρείας ήταν να ερευνήσει αν τα musicals κινουμένων σχεδίων θα μπορούσαν ακόμη να είναι πετυχημένα. Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι από τις πιο γνωστές, το πείραμα πέτυχε και μέσα από αυτό η Disney είχε βρει τον άνθρωπο που θα την οδηγούσε στη «χρυσή» εποχή των 90’s.

Τον επόμενο χρόνο, το 1989 «ήρθε» η «Μικρή Γοργόνα». Ο Menken, μαζί με τον ταλαντούχο στιχουργό Howard Ashman, οποίος όμως δυστυχώς πέθανε μόλις το 1991 από AIDS, έγραψαν τη μουσική για αυτή τη θρυλική ταινία που έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη και την ψυχή των κοριτσιών μεγάλωναν εκείνη την εποχή. Το πρώτο τραγούδι που έγραψαν για την ταινία ήταν μάλλον και το πιο δημοφιλές: ήταν το Under The Sea, το τραγούδι που έλεγε ο «τζαμαϊκανός» κάβουρας Σεμπάστιαν, και οπωσδήποτε ένα από τα πιο… «κολλητικά» τραγούδια στην ιστορία της Disney.

Παρά το γεγονός ότι ο Ashman πέθανε μόλις δύο χρόνια αργότερα, οι δύο καλλιτέχνες πρόλαβαν να συνεργαστούν σε τρεις εμβληματικές ταινίες της Disney: τη «Μικρή Γοργόνα», την «Πεντάμορφη και το Τέρας» και τον «Αλαντίν».

To 1991 η «Πεντάμορφη και το Τέρας» έγινε η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Ένας από τους πιο συμπαθείς χαρακτήρες της ταινίας ήταν η μαγεμένη τσαγιέρα που στην αυθεντική εκδοχή της ταινίας υποδύεται με τη φωνή της η μεγάλη ηθοποιός Angela Lansbury. Όταν της ζητήθηκε να τραγουδήσει το βασικό τραγούδι της ταινίας η ίδια αρνήθηκε σθεναρά καθώς πίστευε ότι η φωνή της δεν ταίριαζε στο τραγούδι. Ο Menken και ο Ashman επέμειναν ζητώντας της να το δοκιμάσει μόνο μία φορά. Η Lansbury δέχτηκε και σύμφωνα με μαρτυρίες όταν το τραγούδησε έκανε όλους όσους βρίσκονταν στο στούντιο να δακρύσουν. Δε χρειάστηκε να ξαναδοκιμάσει. Οι δημιουργοί κράτησαν και χρησιμοποίησαν την πρώτη και μοναδική αυτή ηχογράφηση, η οποία τελικά τους εξασφάλισε και το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού.

Το 1992 ήταν η σειρά του «Αλαντίν» να κατακτήσει τις παιδικές καρδιές, ενώ το 1995, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες της Disney, η «Ποκαχόντας», βγήκε στις αίθουσες. Η μουσική των δύο ταινιών για άλλη μια φορά ανέδειξε τη μουσική ιδιοφυΐα του Μένκεν.

Όμως το 1996 ο Μένκεν μάλλον ξεπέρασε τον εαυτό του μέσα από τη μουσική που έγραψε για την «Παναγία των Παρισίων». Η χρήση Λατινικών ψαλμών και προσευχών που ακούγονται κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας είναι εμφανής στη μουσική της ταινίας, με αποκορύφωμα το αριστούργημα που ερμηνεύει μοναδικά ο Tony Jay που δάνεισε τη φωνή του στον «δικαστή Κλωντ Φρόλο». Παρόλα αυτά, και στην ελληνική μεταγλώττιση της ταινίας, οι υπεύθυνοι φρόντισαν να δώσουν αρκετή προσοχή στη διανομή καθώς τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχει αρκετά τραγούδια υποδύεται ο Σάκης Ρουβάς, ενώ τα τραγούδια της Εσμεράλδας ερμηνεύει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη (την ομιλούσα φωνή της Εσμεράλδας στα ελληνικά υποδύεται η Πέμη Ζούνη και στα αγγλικά η Demi Moore).

Ο Menken, όπως αναφέραμε και παραπάνω, έγραψε  τη μουσική και για τον «Ηρακλή» (1997) της Disney. H ταινία έγινε πολύ δημοφιλής στην Ελλάδα για ευνόητους λόγους, όμως στον υπόλοιπο κόσμο δεν έλαβε τόσο θερμή υποδοχή. Παρόλα αυτά η μουσική του Μένκεν ξεπέρασε σε ποιότητα την ίδια την ταινία. Ο ίδιος ήταν αρκετά τολμηρός και ακολουθώντας το παράδειγμα του επίσης ανατρεπτικού προκατόχου του George Bruns επιλέγει να «ντύσει» τον Ηρακλή με μουσική gospel, δηλαδή την ιδιότυπη και πανέμορφη Εκκλησιαστική μουσική των αφροαμερικανών.

Ίσως ακούγεται παράταιρο να χρησιμοποιήσει κανείς ένα τέτοιο μουσικό «όχημα» για να πει την ιστορία ενός αρχαιοελληνικού μύθου, όμως η εξήγηση βγάζει νόημα: Η μουσική gospel χρησιμοποιείται για να «πει» την ιστορία του Χριστού, δηλαδή ενός θεϊκού προσώπου που έζησε σαν άνθρωπος. Ο Μένκεν λοιπόν επέλεξε να βάλει τις ελληνίδες Μούσες να «τραγουδήσουν» με τον ίδιο τρόπο την ιστορία ενός άλλου «Θεού», η ιστορία του οποίου θα μπορούσε να βρει κοινά σημεία με εκείνη του Χριστού.

Η Disney «ανακαλύπτει» τις άλλες ηπείρους

Οι φανατικοί της Disney κατά πάσα πιθανότητα έχουν εντοπίσει ήδη ένα τεράστιο «κενό» στις αναφορές που έχουμε κάνει μέχρι τώρα στις ταινίες των 90’s. Το… «κενό» αυτό δεν είναι άλλο από τον «Βασιλιά των Λιονταριών» (1994).

Μπορεί να διαφωνήσει κανείς με αυτή την άποψη, όμως το “Lion King” είναι μάλλον η καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων που έχει γυριστεί, τουλάχιστον από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Για αυτή την άποψη όμως, ίσως ευθύνεται και η προσωπική συναισθηματική εμπλοκή του γράφοντος με τη συγκεκριμένη ταινία.

Τη μουσική υπογράφει ο Hans Zimmer ενώ τους στίχους υπογράφουν ο μεγάλος Elton John και ο Tim Rice.

Δεν είναι η πρώτη ταινία της Disney που διαδραματίζεται σε διαφορετική χώρα, όμως είναι σίγουρα η πρώτη φορά που η Disney επενδύει σε αυτό και επιλέγει να εντάξει πραγματικούς ανθρώπους από την περιοχή στη μουσική της. Άλλωστε ο «Αλαντίν» διαδραματιζόταν στη Μέση Ανατολή, όμως οι ερμηνευτές ήταν Ευρωπαίοι και η γλώσσα αγγλική. Πριν περίπου δύο χρόνια μέσα από το altsantiri.gr είχαμε κάνει μια εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο των στίχων στη ζουλού γλώσσα που ακούγονται στο πρώτο τραγούδι της ταινίας, Circle of Life.

Ο Zimmer εξηγεί ότι η ταινία από την πρώτη, κιόλας, σκηνή ξεκαθαρίζει ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται η Disney, «δεν είναι πια το κοινό του Κάνσας». Η μουσική είναι εμβληματική, το αφρικανικό «χρώμα» πολύ έντονο, το σενάριο εξαιρετικά καλογραμμένο, η τόλμη της να μιλήσει απευθείας στα παιδιά για τον θάνατο ενός γονιού, το εξαιρετικό χιούμορ και η απόλυτα πετυχημένη διανομή των ηθοποιών, κάνουν το Lion King μια αριστουργηματική ταινία κινουμένων σχεδίων.

Σε ό,τι αφορά τους ηθοποιούς αξίζει να σημειωθεί ότι στην αγγλική έκδοση συμμετέχουν μεγάλα ονόματα όπως ο James Earl Jones (Mufasa), o Rowan Atkinson (Zazu), o Jeremy Irons (Scar), η Whoopi Goldberg (ύαινα Shenzi) και ο Matthew Broderick (Simba).

Το 1998, με καθυστέρηση αρκετών ετών, κυκλοφορεί μια από τις λιγότερο στερεοτυπικές «πριγκίπισσες» της Disney, η «Μουλάν», που διαδραματίζεται στην Κίνα. Η εταιρεία είχε ήδη από το 1994 αρχίσει να οργανώνει την παραγωγή και είχε στείλει τον Stephen Schwartz (που είχε συμμετάσχει στις παραγωγές της «Ποκαχόντας» και της «Παναγίας των Παρισίων») στην Κίνα για να κάνει έρευνα σχετικά με τη μουσική της ταινίας. Ωστόσο μια συμφωνία του με την ανταγωνίστρια εταιρεία Dreamworks για την ταινία “The Prince of Egypt”, θα τον θέσει εκτός παραγωγής της «Μουλάν» και η ταινία θα καθυστερήσει αρκετά να κυκλοφορήσει. Τελικά τα τραγούδια της ταινίας θα συνθέσει ο Matthew Wilder με στιχουργό τον David Zippel. Οι δυο τους θα γράψουν πέντε τραγούδια για την ταινία, ενώ ένα έκτο προοριζόταν για τον χαρακτήρα του Μούσου. Ωστόσο, αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην ταινία. Ο λόγος ήταν ότι δεν ταίριαζε με την επιλογή του Eddy Murphy στον ρόλο του Μούσου.

Πάντως, η Αφρική παρέμεινε στο «μενού» της Disney, αφού μια ακόμη από τις σημαντικότερες ταινίες της, ο «Ταρζάν» που κυκλοφόρησε το 1999 είχε έντονα αφρικανικά χαρακτηριστικά στη μουσική του. Ο επίσης πασίγνωστος Phil Collins που έγραψε τη μουσική μάλιστα, ήταν ο ίδιος ντράμερ και χρησιμοποίησε τη βαθιά γνώση που είχε στα κρουστά για να δημιουργήσει τους πολύ χαρακτηριστικούς και έντονους ρυθμούς της μουσικής του «Ταρζάν».

O σκηνοθέτης του Lion King, Roger Allers, πάντως θα επανέλθει στους μεγάλους μουσικούς δημιουργούς το 2000 με την ταινία “The Emperor’s New Groove” (Ο Αυτοκράτορας έχει κέφια), τη μουσική της οποίας έγραψε ο Sting.

Η νέα εποχή της Pixar

Η εποχή της Pixar «έδεσε» τη μουσική των πιο πρόσφατων ταινιών της Disney με τα ξαδέλφια Newman, τον Randy και τον Thomas. Oι δυο τους έγραψαν τη μουσική για μια μεγάλη σειρά ταινιών πολλές από τις οποίες προτάθηκαν για Όσκαρ καλύτερης μουσικής ή καλύτερου τραγουδιού. Ο Randy Newman έγραψε τη μουσική για τις ταινίες “Toy Story”, “A Bug’s Life”, “Toy Story 2”, “Monsters, Inc.”, “Cars”, “Toy Story 3” και “Monsters University”, ενώ ο Thomas Newman έγραψε τη μουσική για το “Finding Nemo” και το “Wall-E”.

Στην πιο πρόσφατη εποχή της Disney ανήκει επίσης και η σειρά «Πειρατές της Καραϊβικής» (2003-2017). Τη μουσική των περισσότερων ταινιών της σειράς επιμελήθηκε ο «γνωστός-άγνωστος» Hans Zimmer ο οποίος έχει πει ότι εμπνεύστηκε από την ιρλανδική παραδοσιακή μουσική. Ο ίδιος περιγράφει τους πειρατές ως τους «ροκ σταρ» της εποχής τους, ωστόσο η χρήση ροκ μουσικής δεν θα ταίριαζε στην ταινία. Έτσι στράφηκε στην ιρλανδική παραδοσιακή μουσική, την οποία θεωρεί αντίστοιχη της rock ‘n’ roll του 18ου αιώνα.

Οι γενιές περνάνε, όμως η αγάπη για τις ταινίες της Disney και κατά συνέπεια για τα τραγούδια τους αναγεννάται συνεχώς. Έτσι, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε αρκετά πρόσφατες ταινίες, τα τραγούδια των οποίων φαίνεται ότι θα καταγραφούν στον μακρύ κατάλογο των καλύτερων τραγουδιών της Disney. Πρόκειται για τη μουσική της ταινίας Frozen (2013) και ιδιαίτερα το τραγούδι Let it Go, που από τραγούδι μιας -εν πολλοίς τυπικής- «πριγκίπισσας» της Disney, μετατράπηκε σε pop επιτυχία καταγράφοντας πωλήσεις που θα ζήλευαν οι μεγαλύτεροι επαγγελματίες της μουσικής βιομηχανίας.

Από την άλλη πλευρά, μια από τις τελευταιες ταινίες της εταιρείας, η Moana που κυκλοφόρησε το 2016 και έχει ως κεντρική ηρωίδα μια δυναμική «αντι-πριγκίπισσα» από την Πολυνησία, παρά το γεγονός ότι δεν έγινε εξίσου δημοφιλής με την Εlsa του Frozen, έχει στη μουσική της όλα εκείνα τα «συστατικά» που γέννησαν τα αριστουργήματα της χρυσής δεκαετίας του ’90 για τη Disney: σεβασμό στην παράδοση, λαογραφικές αναφορές, δυναμισμό και έντονους, «κολλητικούς» ρυθμούς.

Ξεκινήσαμε ένα ταξίδι στα κινούμενα σχέδια της Disney από το μακρινό 1928 και «καταλήξαμε» σχεδόν έναν αιώνα αργότερα.Το παρόν άρθρο δεν επιχειρεί να καλύψει κάθε πλευρά της μουσικής της Disney, ούτε και θα μπορούσε άλλωστε. Έτσι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μπορούν να εντοπιστούν κενά.

Μόνο ως υπενθύμιση, λοιπόν, θα πρέπει να εκληφθεί αυτό το αφιέρωμα. Μια υπενθύμιση του ήχου «της ίδιας της μαγείας», της μουσικής των παιδικών μας χρόνων, και συνολικά μιας εποχής που το μέλλον μάς φαινόταν πολύ πιο ασφαλές, απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

* Αυτό το άρθρο αφιερώνεται στους γονείς μου που έκαναν μεγάλη υπομονή βλέποντας ξανά και ξανά τα ίδια cartoons σχεδόν κάθε βράδυ για πολλά χρόνια, αρκετά περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Στην αδελφή μου και την ξαδέλφη μου, που «κόλλησαν» από νωρίς και τώρα, στα twenty-something μας, τα βλέπουμε μαζί. Σε δύο πολύ καλές μας φίλες που συμμετέχουν στις cartoon-ο-κριτικές μας με κάθε νέα κυκλοφορία ταινίας της Disney. Και στον Κωστή που λατρεύει τον Alan Menken.

** Επίσης, για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν, αυτό το άρθρο αφιερώνεται σε όλους και όλες τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες από το altsantiri.gr, παλιούς και νέους, για τη στήριξή τους και κυρίως την ανοχή τους προς το πρόσωπό μου τα τελευταία 2,5 χρόνια. Τέλος, αφιερώνεται σε μια μικρή δεσποινίδα που πρόκειται να έρθει στον κόσμο σε πολύ λίγους μήνες από σήμερα και της εύχομαι μια ζωή γεμάτη με πολλή αγάπη και με όμορφες μουσικές.

Πηγές: storify.com, wikipedia, the-artifice.com, imdb, ohmy.disney.com

πηγή